Ρουμπαγιάτ
رباعیات
Εισαγωγικό σημείωμα
Ο Ομάρ Χαγιάμ (1048–1131) ήταν μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος από τη Νισαπούρ, που εκπόνησε μια μεταρρύθμιση του ημερολογίου για την αυλή των Σελτζούκων και έγραψε πραγματείες για την άλγεβρα και τον Ευκλείδη. Τα τετράστιχα ρουμπαγιάτ που έφτασαν με το όνομά του είναι μια πλάγια, σχεδόν ιδιωτική φωνή του λογίου: επιγράμματα της σχόλης, που για αιώνες φούσκωναν στη χειρόγραφη παράδοση απορροφώντας στίχους ξένων χεριών. Η έκδοση αυτή ακολουθεί την επιμέλεια των Φορουγί και Γανί (Τεχεράνη, 1942), που επιλέγει 178 τετράστιχα ως τον πιο βέβαιο πυρήνα του corpus, και η αρίθμηση εδώ αντιστοιχεί στη βάση δεδομένων Ganjoor (sh1–sh178). Η μετάφραση έγινε φρέσκια από τα περσικά, όχι μέσω της περίφημης βικτωριανής ανασύνθεσης του Έντουαρντ Φιτζέραλντ: εκεί όπου οι στίχοι του έγιναν παροιμίες, εδώ στέκει αυτό που πράγματι λένε τα περσικά.
Η μορφή του ρουμπάι είναι τέσσερα ημιστίχια: ένα αυτοτελές επιχείρημα, που στήνει τη σκηνή ή την προκείμενη στους δύο πρώτους στίχους, στρέφει στον τρίτο και προσγειώνεται με επιγραμματική δύναμη στον τέταρτο. Η ελληνική μετάφραση δίνει μία γραμμή για κάθε περσικό ημιστίχιο, στη σειρά του πρωτοτύπου, χωρίς συμπτύξεις και προσθήκες· η ομοιοκαταληξία AABA και το radif δεν αναπαράγονται εις βάρος του νοήματος. Ο Χαγιάμ ακούγεται σαν γεωμέτρης που μιλάει για τον θάνατο: συγκεκριμένα ουσιαστικά — στάμνα, πηλός, τουλίπα, ταβέρνα, χάνι — απλή σύνταξη και λογικοί σύνδεσμοι («αφού», «προτού», «αν») κουβαλούν ένα ήσυχα συντριπτικό επιχείρημα. Ο τόνος είναι στεγνός, σκεπτικιστικός, τρυφερός· ποτέ μυστικιστικά ομιχλώδης και ποτέ κλαψιάρικος.
Οι επανερχόμενες εικόνες διαβάζονται σαν μία σκέψη. Το χώμα γίνεται πηλός, ο πηλός στάμνα, η στάμνα πάλι χώμα: ο σταμνάς και η στάμνα του μιλούν με τις φωνές παλιών βασιλιάδων και αγαπημένων (§107, §117, §159, §171). Ο ουράνιος «τροχός» (charkh, falak) γυρίζει σαν αδιάφορη μοίρα. Απέναντί του ο Χαγιάμ βάζει ξανά και ξανά μία προσταγή — khosh bāsh, «να ’σαι χαρούμενος», πιες τούτη τη στιγμή (dam, «ανάσα»), γιατί για το πριν και το μετά κανείς δεν γύρισε πίσω (§111). Όπου ένα τετράστιχο αγγίζει το Κοράνι, τον παράδεισο με τα χουρί, τα εβδομήντα δύο έθνη ή το τζαμί και τη συναγωγή, η αυθάδεια ανήκει στο κείμενο και μεταφράζεται χωρίς άμβλυνση· μα ούτε προστίθεται βλασφημία — το πνεύμα εδώ είναι πονηρό, όχι κραυγαλέο.
Πολλά από αυτά τα ρουμπαγιάτ αποδίδονται και σε άλλους ποιητές· η πατρότητα κυμαίνεται από τετράστιχο σε τετράστιχο. Το σώμα της μετάφρασης μένει καθαρό, και την αμφιβολία την κουβαλάει ο μηχανισμός των υποσημειώσεων: οι σημειώσεις για τη βεβαιότητα της απόδοσης βρίσκονται στα συνοδευτικά αρχεία. Τα ονόματα βασιλιάδων και ηρώων του περσικού παρελθόντος — Τζαμσίντ, Μπαχράμ, Καβούς, Κομπάντ, Φερειντούν, Κεϊχοσρόου — στέκουν ως δείκτες μεγαλείου που έγινε χώμα· οι πλήρεις μορφές με τα διακριτικά βρίσκονται στο γλωσσάρι.
με την ομορφιά σου λύσε τη δυσκολία μας·
μια στάμνα κρασί, να την πιούμε μαζί,
προτού να πλάσουν στάμνες απ’ τον πηλό μας.
حل کن به جمال خویشتن مشکل ما
یک کوزه شراب تا به هم نوش کنیم
زآن پیش که کوزهها کنند از گل ما
κράτησέ την χαρούμενη τώρα ετούτη τη σκεπτική καρδιά·
πιες κρασί στο φεγγαρόφωτο, ω φεγγάρι — γιατί το φεγγάρι
για καιρό θα λάμπει και δεν θα μας βρει.
حالی خوش دار این دل پرسودا را
می نوش به ماهتاب ای ماه که ماه
بسیار بتابد و نیابد ما را
πότε πότε το διαβάζουν, όχι αδιάκοπα·
γύρω απ’ την κούπα όμως στέκει ένας στίχος μόνιμος,
που παντού τον διαβάζουν ακατάπαυστα.
گهگاه نه بر دوام خوانند آن را
بر گرد پیاله آیتی هست مقیم
کاندر همه جا مدام خوانند آن را
μη χτίζεις το θεμέλιό σου σε τεχνάσματα και δόλο·
και μην καμαρώνεις που κρασί δεν πίνεις:
εκατό μπουκιές καταπίνεις, που το κρασί τους είναι σκλάβος.
بنیاد مکن تو حیله و دستان را
تو غره بدان مشو که می مینخوری
صد لقمه خوری که می غلام است آن را
το μάγουλο σαν τουλίπα, το ανάστημα σαν κυπαρίσσι —
δεν φανερώθηκε γιατί στου χώματος το σπίτι της χαράς
ο ζωγράφος του αιώνιου με στόλισε καθόλου.
چون لاله رخ و چو سرو بالاست مرا
معلوم نشد که در طربخانۀ خاک
نقاش ازل بهر چه آراست مرا
ψυχή, καρδιά, κούπα κι ένδυμα γεμάτο κηλίδες κρασιού·
λυτρωμένοι απ’ την ελπίδα του ελέους κι απ’ τον φόβο της ποινής,
ελεύθεροι απ’ το χώμα, τον άνεμο, τη φωτιά και το νερό.
جان و دل و جام و جامه پر درد شراب
فارغ ز امید رحمت و بیم عذاب
آزاد ز خاک و باد و از آتش و آب
δίχως το ροδόχρωμο κρασί δεν αξίζει να ζεις.
Ετούτη η χλόη, που σήμερα είναι ο τόπος του γλεντιού μας,
πάνω σε ποιου τη χλόη-χώμα μας θα ’ναι ο τόπος του γλεντιού;
بی بادهٔ گلرنگ نمیباید زیست
این سبزه که امروز تماشاگه ماست
تا سبزهٔ خاک ما تماشاگه کیست
γιατί το χέρι σου να στέκει αργό δίχως την κούπα του κρασιού;
Πιες κρασί, γιατί ο καιρός είναι εχθρός δόλιος,
και ν’ αδράξεις μια τέτοια μέρα είναι δύσκολο.
دست تو ز جام می چرا بیکار است
می خور که زمانه دشمنی غدار است
دریافتن روز چنین دشوار است
κι η σκέψη του αύριού σου δεν είναι παρά ψευδαίσθηση·
μη χαλάς ετούτη τη στιγμή, αν η καρδιά σου δεν έχει τρελαθεί,
γιατί σ’ αυτό το υπόλοιπο της ζωής δεν φαίνεται τιμή.
واندیشهٔ فردات به جز سودا نیست
ضایع مکن این دم ار دلت شیدا نیست
کاین باقی عمر را بها پیدا نیست
σαστισμένος μες στα πέντε και τα τέσσερα και τα έξι κι εφτά,
πιες κρασί: δεν ξέρεις από πού ήρθες·
να ’σαι χαρούμενος: δεν ξέρεις πού θα πας.
حیران شده در پنج و چهار و شش و هفت
می نوش ندانی ز کجا آمدهای
خوش باش ندانی به کجا خواهی رفت
η αδικία είναι η αρχαία σου συνήθεια·
ω χώμα, αν άνοιγαν τα στήθη σου,
πόσα πολύτιμα πετράδια θα ’βρισκαν μέσα σου!
بیدادگری شیوهٔ دیرینهٔ توست
ای خاک اگر سینه تو بشکافند
بس گوهر قیمتی که در سینهٔ توست
κι άξαφνα φύγει απ’ το κορμί η αγνή σου ψυχή,
κάθισε στη χλόη και ζήσε χαρούμενα λίγες μέρες,
προτού η χλόη φυτρώσει απ’ το χώμα σου.
ناگه برود ز تن روان پاکت
بر سبزه نشین و خوش بزی روزی چند
زآن پیش که سبزه بر دمد از خاکت
μα δεν υπάρχει κανείς που να τρύπησε το μαργαριτάρι της γνώσης·
καθένας είπε κάτι απ’ τη δική του ψευδαίσθηση,
μα πώς είναι στ’ αλήθεια κανείς δεν ξέρει να πει.
کس نیست که این گوهر تحقیق بسفت
هر کس سخنی از سر سودا گفتند
زآن روی که هست کس نمیداند گفت
δεμένος στα δεσμά των μαλλιών μιας ομορφιάς·
τούτο το χερούλι που βλέπεις στον λαιμό της
είναι χέρι που ακουμπούσε στον λαιμό μιας αγαπημένης.
در بند سر زلف نگاری بودهست
این دسته که بر گردن او میبینی
دستیست که بر گردن یاری بودهست
βγήκε απ’ το μάτι βασιλιά κι απ’ την καρδιά αυλικού·
κάθε κούπα κρασί στην παλάμη ενός μπεκρή
βγήκε απ’ το μάγουλο μεθυσμένης κι απ’ τα χείλη ντροπαλής.
از دیدهٔ شاهی و دل دستوریست
هر کاسهٔ می که بر کف مخموریست
از عارض مستی و لب مستوریست
σαν νερό στο ρυάκι και σαν άνεμος στον κάμπο·
ποτέ η θλίψη δυο ημερών δεν μου ’ρθε στον νου:
της μέρας που δεν ήρθε και της μέρας που πέρασε.
چون آب به جویبار و چون باد به دشت
هرگز غم دو روز مرا یاد نگشت
روزی که نیامدهست و روزی که گذشت
στο περιβόλι το χαρωπό πρόσωπο είναι γλυκό·
για το χθες που πέρασε ό,τι κι αν πεις δεν είναι γλυκό,
να ’σαι χαρούμενος και για το χθες μη μιλάς, γιατί το σήμερα είναι γλυκό.
در صحن چمن روی دلافروز خوش است
از دی که گذشت هر چه گویی خوش نیست
خوش باش و ز دی مگو که امروز خوش است
κι ο τροχός τ’ ουρανού κι εκείνος ήταν στη δουλειά του·
όπου κι αν πατήσεις πάνω στο πρόσωπο της γης,
εκεί ήταν η κόρη ματιού κάποιας ομορφιάς.
گردنده فلک نیز بکاری بوده است
هرجا که قدم نهی تو بر روی زمین
آن مردمک چشم نگاری بودهست
Σιχάθηκα τους ειδωλολάτρες του ναού.
Χαγιάμ, ποιος είπε πως ο μεθυσμένος θα ’ναι στην κόλαση;
Ποιος πήγε στην κόλαση, και ποιος ήρθε απ’ τον παράδεισο;
بیزار شدم ز بتپرستان کنشت
خیام ، که گفت دوزخی خواهد بود
که رفت به دوزخ و که آمد ز بهشت
το να τη σπάσει δεν το επιτρέπει ούτε ο μεθυσμένος·
τόσα πανέμορφα κεφάλια και πόδια κι χέρια,
από αγάπη ποιανού δέθηκαν κι από μίσος ποιανού έσπασαν;
بشکستن آن روا نمیدارد مست
چندین سر و پای نازنین از سر و دست
از مهر که پیوست و به کین که شکست
πήγαινε, ζήσε χαρούμενος, κι ας είναι πάνω σου αδικία·
να ’σαι με τους ανθρώπους του νου, γιατί η ρίζα του κορμιού σου
είναι σκόνη κι αύρα κι κονιορτός και μια πνοή.
رو شاد بزی اگرچه بر تو ستمیست
با اهل خرد باش که اصل تن تو
گردی و نسیمی و غباری و دمیست
σήκω και για την κούπα του κρασιού πάρε σταθερή απόφαση,
γιατί ετούτη η χλόη που σήμερα είναι ο τόπος του γλεντιού σου,
αύριο όλη θα φυτρώσει απ’ το χώμα σου.
برخیز و به جام باده کن عزم درست
کاین سبزه که امروز تماشاگه توست
فردا همه از خاک تو برخواهد رست
βρήκε το πρόσωπο του ρόδου και την κούπα του κρασιού να γελούν·
ήρθε και με τη γλώσσα της κατάστασής του στ’ αυτί μου είπε:
άδραξε, γιατί τη ζωή που πέρασε δεν την ξαναβρίσκεις.
روی گل و جام باده را خندان یافت
آمد به زبان حال در گوشم گفت
دریاب که عمر رفته را نتوان یافت
μέτρα τους ουρανούς εφτά ή θέλε τους οχτώ·
αφού πρέπει να πεθάνεις κι όλες τις επιθυμίες ν’ αφήσεις,
τι το μυρμήγκι να σε φάει στον τάφο, τι ο λύκος στον κάμπο.
خواهی تو فلک هفت شمر خواهی هشت
چون باید مرد و آرزوها همه هشت
چه مور خورد به گور و چه گرگ به دشت
με μια τουλιπόμορφη αν έχεις την ευκαιρία·
πιες κρασί με χαρά, γιατί τούτος ο παλιός τροχός
άξαφνα θα σε ρίξει χαμηλά σαν χώμα.
با لالهرخی اگر تو را فرصت هست
می نوش به خرمی که این چرخ کهن
ناگاه تو را چو خاک گرداند پست
δεν μπορείς μια ζωή να κάθεσαι με την ελπίδα της αμφιβολίας·
έλα, ας μην αφήσουμε την κούπα του κρασιού απ’ την παλάμη,
στην άγνοια τι ο νηφάλιος τι ο μεθυσμένος.
نتوان به امید شک همه عمر نشست
هان تا ننهیم جام می از کف دست
در بیخبری مرد چه هشیار و چه مست
αφού σε καθετί που υπάρχει είναι ελάττωμα και θραύση,
φαντάσου πως καθετί που υπάρχει στον κόσμο δεν υπάρχει,
νόμισε πως καθετί που δεν υπάρχει στον κόσμο υπάρχει.
چون هست به هرچه هست نقصان و شکست
انگار که هرچه هست در عالم نیست
پندار که هرچه نیست در عالم هست
είναι παλάμη ενός ειδώλου και πρόσωπο μιας αγαπημένης·
κάθε πλίθρα που είναι στις επάλξεις κάποιου ανακτόρου
είναι δάχτυλο βεζίρη ή κεφάλι σουλτάνου.
کفّ صنمیّ و چهرهٔ جانانیست
هر خشت که بر کنگرهٔ ایوانیست
انگشت وزیر یا سر سلطانیست
για ποιον λόγο το έρριξε στην έλλειψη και το ελάττωμα;
Αν βγήκε καλό, το να το σπάσει για ποιον λόγο ήταν;
Κι αν δεν βγήκε καλή ετούτη η μορφή, ποιανού είναι το φταίξιμο;
از بهر چه اوفکندش اندر کم و کاست
گر نیک آمد شکستن از بهر چه بود
ور نیک نیامد این صور عیب که راست
γι’ αυτή την πλεκτάνη η ψυχή κανενός δεν γνωρίζει·
εκτός απ’ την καρδιά του χώματος δεν υπάρχει κατάλυμα·
πιες κρασί, γιατί τέτοιοι μύθοι δεν είναι σύντομοι.
زین تعبیه جان هیچکس آگه نیست
جز در دل خاک هیچ منزلگه نیست
می خور که چنین فسانهها کوته نیست
απ’ τον ύπνο κανενός δεν άνθισε το ρόδο της χαράς·
γιατί κάνεις πράγμα που είναι ταίρι με τον θάνατο;
Πιες κρασί, γιατί κάτω απ’ το χώμα πρέπει να κοιμηθείς.
کز خواب کسی را گل شادی نشکفت
کاری چه کنی که با اجل باشد جفت؟
می خور که به زیر خاک میباید خفت
δεν του φαίνεται ούτε αρχή ούτε τέλος·
κανείς μια στιγμή δεν λέει σ’ αυτό το νόημα σωστά:
από πού είναι τούτος ο ερχομός και πού ο φευγιός.
او را نه بدایت نه نهایت پیداست
کس مینزند دمی در این معنی راست
کاین آمدن از کجا و رفتن به کجاست
μου δώσει ένα κύπελλο κρασί στην άκρη του χωραφιού,
όσο κι αν στα μάτια του πλήθους ετούτο είναι αισχρό,
σκύλος να ’μαι χειρότερος αν προφέρω το όνομα του παραδείσου.
یک ساغر می دهد مرا بر لب کشت
هر چند به نزد عامه این باشد زشت
سگ به ز من است اگر برم نام بهشت
στο παραπέτασμα των μυστικών της ανυπαρξίας θα φύγεις·
πιες κρασί: δεν ξέρεις από πού ήρθες·
να ’σαι χαρούμενος: δεν ξέρεις πού θα πας.
در پردۀ اسرار فنا خواهی رفت
می نوش ندانی از کجا آمدهای
خوش باش ندانی به کجا خواهی رفت
άδραξε, γιατί σε μιαν άλλη βδομάδα έγιναν χώμα·
πιες κρασί και κόψε ένα ρόδο, γιατί ώσπου να κοιτάξεις
το ρόδο έγινε χώμα κι η χλόη σκουπίδι.
دریاب که هفته دگر خاک شدهست
می نوش و گلی بچین که تا درنگری
گل خاک شدهست و سبزه خاشاک شدهست
ο μόχθος όλος αυξημένος κι η ανάπαυση σε έλλειψη·
δόξα στον Θεό, που ό,τι είναι αιτία της συμφοράς,
δεν χρειάζεται να το ζητήσουμε από κανέναν άλλον.
محنت همه افزوده و راحت کم و کاست
شکر ایزد را که آنچه اسباب بلاست
ما را ز کس دگر نمیباید خواست
με έναν δυο τρεις φίλους και μια κούκλα από πλάσμα χουρί·
φέρε το κύπελλο, γιατί όσοι πίνουν το πρωινό κρασί
είναι λυτρωμένοι απ’ το τζαμί κι ελεύθεροι απ’ τον ναό.
با یک دو سه اهل و لعبتی حورسرشت
پیش آر قدح که بادهنوشان صبوح
آسوده ز مسجدند و فارغ ز کنشت
κι αν στο κορμί σου η ζωή είναι εφαρμοστό ρούχο,
στη σκηνή του κορμιού που σου είναι στέγαστρο,
έλα, μη στηρίζεσαι: τα τέσσερα καρφιά της είναι σαθρά.
ور بر تن تو عمر لباسی چستست
در خیمه تن که سایبانیست ترا
هان تکیه مکن که چارمیخش سستست
εγώ λέω: ο χυμός του σταφυλιού είναι γλυκός.
Πάρε τούτο το μετρητό κι άσε το χέρι απ’ εκείνο το βερεσέ,
γιατί ο ήχος του τυμπάνου είναι γλυκός ν’ ακούγεται από μακριά.
من میگویم که آب انگور خوش است
این نقد بگیر و دست از آن نسیه بدار
کآواز دهل شنیدن از دور خوش است
λόγος είναι σφαλερός, καρδιά σ’ αυτόν δεν δένεις·
αν εραστές και μπεκρήδες ήταν στην κόλαση,
αύριο θα ’βλεπες τον παράδεισο σαν την παλάμη.
قولیست خلاف ، دل در آن نتوان بست
گر عاشق و میخواره به دوزخ باشند
فردا بینی بهشت همچون کف دست
με έκανε απ’ τους ανθρώπους του παραδείσου ή της άσχημης κόλασης;
Μια κούπα κι ένα είδωλο κι ένα μπαρμπάτ στο χείλος του χωραφιού —
τούτα τα τρία μου είναι μετρητά, κι ο παράδεισος για σένα βερεσέ.
از اهل بهشت کرد یا دوزخ زشت
جامی و بتی و بربطی بر لب کشت
این هرسه مرا نقد و تو را نسیه بهشت
πιες κρασί, στιγμή καλύτερη απ’ αυτή δεν βρίσκεις·
να ’σαι χαρούμενος και μη σκέφτεσαι, γιατί το φεγγαρόφωτο για καιρό
πάνω στο χώμα του καθενός, έναν έναν, θα λάμπει.
می نوش دمی بهتر از این نتوان یافت
خوش باش و میندیش که مهتاب بسی
اندر سر خاک یک به یک خواهد تافت
το να ’μαι λυτρωμένος απ’ την απιστία και τη θρησκεία είναι η θρησκεία μου·
είπα στη νύφη του καιρού: ποια είναι η προίκα σου;
Είπε: η εύθυμη καρδιά σου είναι η προίκα μου.
فارغ بودن ز کفر و دین دین من است
گفتم به عروس دهر کابین تو چیست
گفتا دل خرم تو کابین من است
σώμα είναι η κούπα και το κρασί της ψυχή·
εκείνο το κρυστάλλινο κύπελλο που γελάει απ’ το κρασί
είναι δάκρυ όπου το αίμα της καρδιάς είναι κρυμμένο.
جسم است پیاله و شرابش جان است
آن جام بلورین که ز می خندان است
اشکی است که خون دل در او پنهان است
η ίδια η συγκομιδή σου απ’ τα νιάτα είναι ετούτο·
την εποχή του ρόδου, του κρασιού και των μεθυσμένων φίλων,
να ’σαι χαρούμενος μια στιγμή, γιατί η ζωή είναι ετούτο.
خود حاصلت از دور جوانی این است
هنگام گل و باده و یاران سرمست
خوش باش دمی که زندگانی این است
η χαρά κι η θλίψη που είναι στην ειμαρμένη και τη μοίρα,
μην τα φορτώνεις στον τροχό, γιατί στον δρόμο του νου
ο τροχός είναι χίλιες φορές πιο αβοήθητος από σένα.
شادی و غمی که در قضا و قدر است
با چرخ مکن حواله کاندر ره عقل
چرخ از تو هزار بار بیچارهتر است
ήταν απ’ το πορφυρό αίμα κάποιου ηγεμόνα·
κάθε κλωνί βιολέτας που φυτρώνει απ’ τη γη
είναι ελιά που ήταν στο μάγουλο μιας ομορφιάς.
از سرخی خون شهریاری بودهست
هر شاخ بنفشه کز زمین میروید
خالیست که بر رخ نگاری بودهست
πριν από μένα κι εσένα ήταν στέμμα και δαχτυλίδι·
τη σκόνη απ’ το πανέμορφο πρόσωπο τίναξέ την με σεβασμό,
γιατί κι αυτή ήταν μάγουλο κάποιας ωραίας ομορφιάς.
پیش از من و تو تاج و نگینی بودهست
گرد از رخ نازنین به آزرم فشان
کآن هم رخ خوب نازنینی بودهست
θαρρείς πως φύτρωσε απ’ τα χείλη κάποιου αγγελόμορφου·
μη βάλεις το πόδι στη χλόη περιφρονητικά,
γιατί εκείνη η χλόη φύτρωσε απ’ το χώμα κάποιας τουλιπόμορφης.
گویی ز لب فرشتهخویی رستهست
پا بر سر سبزه تا به خواری ننهی
کآن سبزه ز خاک لالهرویی رستهست
στη σύναξη της τελειότητας κερί των συντρόφων,
δρόμο απ’ αυτή τη σκοτεινή νύχτα δεν βρήκαν προς τα έξω:
είπαν έναν μύθο και βυθίστηκαν στον ύπνο.
در جمع کمال شمع اصحاب شدند
ره زین شب تاریک نبردند برون
گفتند فسانهای و در خواب شدند
δίχως αυτούς όλες τις δουλειές τις τακτοποίησαν·
σήμερα κάποια πρόφαση την πέταξαν μπροστά,
κι αύριο όλα θα ’ναι εκείνα που από πριν κανόνισαν.
بی او همه کارها بپرداختهاند
امروز بهانهای درانداختهاند
فردا همه آن بود که درساختهاند
καθένας για τον πόθο του τρέχει μια δρασκελιά·
τούτος ο παλιός κόσμος σε κανέναν δεν μένει παντοτινός:
έφυγαν, κι εμείς φεύγουμε, άλλοι θα ’ρθουν και θα φύγουν.
هر کس به مراد خویش یک تک به دوند
این کهنهجهان به کس نماند باقی
رفتند و رویم دیگر آیند و روند
πόσο καψίματα έβαλε στη θλιμμένη καρδιά·
πολλά χείλη σαν ρουμπίνι και μαλλιά σαν μόσχο
έβαλε στο τύμπανο της γης και στο κουτί του χώματος.
بس داغ که او بر دل غمناک نهاد
بسیار لب چو لعل و زلفین چو مشک
در طبل زمین و حقهٔ خاک نهاد
σε κανέναν δεν φανερώνουν το μυστικό·
σ’ εμάς απ’ τη μοίρα μόνο τούτο το μέτρο δείχνουν:
είναι η κούπα της ζωής μας που τη μετρούν.
بر هیچکسی راز همینگشایند
ما را ز قضا جز این قدر ننمایند
پیمانهٔ عمر ماست میپیمایند
είναι αιτία δισταγμού για τους σοφούς·
έλα, μη χάσεις την άκρη του νήματος του νου,
γιατί κι εκείνοι που κυβερνούν είναι ζαλισμένοι.
اسباب تردد خردمنداناند
هان تا سر رشتهٔ خرد گم نکنی
کآنان که مدبرند سرگرداناند
κι απ’ τον φευγιό μου η δόξα κι η αίγλη του δεν αυξήθηκαν·
κι από κανέναν ακόμη τ’ αυτιά μου δεν άκουσαν
γιατί ήταν ετούτος ο ερχομός κι ο φευγιός μου.
وز رفتن من جلال و جاهش نفزود
وز هیچ کسی نیز دو گوشم نشنود
کاین آمدن و رفتنم از بهر چه بود
η σταγόνα, σαν υπομείνει τη φυλακή του κοχυλιού, μαργαριτάρι γίνεται·
κι αν το βιος δεν μείνει, ας μείνει το κεφάλι στη θέση του·
η κούπα σαν αδειάσει, πάλι θα ξαναγεμίσει.
قطره چو کشد حبس صدف در گردد
گر مال نماند سر بماناد به جای
پیمانه چو شد تهی دگر پر گردد
κι απ’ το χέρι του θανάτου πόσα συκώτια ματώθηκαν·
κανείς δεν ήρθε απ’ εκείνον τον κόσμο για να τον ρωτήσω
πώς πάει το χάλι των ταξιδιωτών ετούτου του κόσμου.
وز دست اجل بسی جگرها خون شد
کس نآمد از آن جهان که پرسم از وی
کاحوال مسافران دنیا چون شد
κι εκείνη η δροσερή άνοιξη της ζωής έγινε χειμώνας·
εκείνο το πουλί της χαράς που τ’ όνομά του ήταν νιότη —
αλίμονο, δεν ξέρω πότε ήρθε και πότε έφυγε.
و آن تازه بهار زندگانی دی شد
آن مرغ طرب که نام او بود شباب
افسوس ندانم که کی آمد کی شد
ούτε όνομα από μας ούτε ίχνος θα υπάρχει·
πριν απ’ αυτό δεν υπήρχαμε και δεν έλειψε τίποτε·
μετά απ’ αυτό σαν δεν υπάρχουμε, το ίδιο θα ’ναι.
نی نام ز ما و نی نشان خواهد بود
زین پیش نبودیم و نبد هیچ خلل
زین پس چو نباشیم همان خواهد بود
τη μέρα εκατό φορές ο ίδιος σού λέει:
άδραξε τούτη τη μια στιγμή του καιρού σου, γιατί δεν είσαι
εκείνο το πράσο που το θερίζουν και πάλι φυτρώνει.
روزی صد بار خود تو را میگوید
دریاب تو این یک دم وقتت که نهای
آن تره که بدروند و دیگر روید
άδραξε μια στιγμή που με χαρά περνάει·
σάκη, τη θλίψη του αύριου των συντρόφων τι την τρως;
Φέρε το κύπελλο, γιατί η νύχτα περνάει.
دریاب دمی که با طرب میگذرد
ساقی غم فردای حریفان چه خوری
پیش آر پیاله را که شب میگذرد
κι από μένα κάθε δουλειά βγαίνει άσχημη·
η ψυχή αποφάσισε ν’ αναχωρήσει, κι είπα: μη φεύγεις·
είπε: τι να κάνω — το σπίτι γκρεμίζεται.
وز من همه کار نانکو میآید
جان عزم رحیل کرد و گفتم بمرو
گفتا چه کنم خانه فرومیآید
κι απ’ το να τρώει ανθρώπους η γη δεν χόρτασε·
καμαρώνεις που δεν σε έχει φάει —
μη βιάζεσαι, θα σε φάει κι εσένα, δεν άργησε.
وز خوردن آدمی زمین سیر نشد
مغرور بدانی که نخوردهست تو را
تعجیل مکن هم بخورد دیر نشد
μη λαχταράς γι’ αυτόν, γιατί οι νουνεχείς δεν λαχταρούν·
πολλοί σαν εσένα φεύγουν και πολλοί έρχονται·
άρπαξε το μερίδιό σου προτού σ’ αρπάξουν.
مگرای بدان که عاقلان نگرایند
بسیار چو تو روند و بسیار آیند
بربای نصیب خویش کت بربایند
τότε το καλό και το κακό του γιατί από μένα το ζητούν;
Χθες δίχως εμένα, και σήμερα σαν το χθες δίχως εμένα κι εσένα·
αύριο με ποιο επιχείρημα στον κριτή θα με καλέσουν;
پس نیک و بدش ز من چرا میدانند
دی بی من و امروز چو دی بی من و تو
فردا به چه حجتم به داور خوانند
Ως πότε πίσω από κάθε άσχημο κι όμορφο θα τρέχεις;
Κι αν είσαι η πηγή του Ζαμζάμ κι αν το νερό της ζωής,
στο τέλος στην καρδιά του χώματος θα κατέβεις.
چند از پی هر زشت و نکو خواهی شد
گر چشمهٔ زمزمی و گر آب حیات
آخر به دل خاک فروخواهی شد
ώσπου το πρόσωπο με το αίμα της καρδιάς να μη πλύνεις, δεν γίνεται·
γιατί μαγειρεύεις ψευδαισθήσεις; Ώσπου, σαν οι καρδιοκαμένοι,
ελεύθερα τον εαυτό σου να μην απαρνηθείς, δεν γίνεται.
رخساره بخون دل نشویی نشود
سودا چه پزی تا که چو دلسوختگان
آزاد به ترک خود نگویی نشود
καλύτερο απ’ το ατόφιο κρασί κανείς τίποτε δεν είδε·
απορώ με τους κρασοπώλες: εκείνοι,
απ’ αυτό που πουλούν τι καλύτερο θα θελήσουν ν’ αγοράσουν;
بهتر ز می ناب کسی هیچ ندید
من در عجبم ز میفروشان کایشان
به زآنکه فروشند چه خواهند خرید
την καρδιά με το λίγο και το πολύ σκυθρωπή δεν κάνεις·
η δουλειά η δική μου κι η δική σου, όπως το θέλω εγώ κι εσύ,
ούτε απ’ το κερί με το ίδιο σου το χέρι δεν την κάνεις.
دل را به کم و بیش دژم نتوان کرد
کار من و تو چنانکه رای من و توست
از موم به دست خویش هم نتوان کرد
ο ίδιος πάντοτε πλάθει και τη δουλειά του εχθρού·
λένε πως ο σταμνάς δεν ήταν μουσουλμάνος —
γι’ αυτόν εσύ τι λες, όταν πλάθει κολοκύθα;
همواره همو کار عدو میسازد
گویند قرابهگر مسلمان نبود
او را تو چه گویی که کدو میسازد
πρόσταξε, αγαπημένη, να δίνουν κρασί με το μέτρο·
για το χουρί και τα παλάτια και τον παράδεισο και την κόλαση
κάθισε ξέγνοιαστος, γιατί όλα αυτά είναι φήμες.
فرمای بتا که می بهاندازه دهند
از حور و قصور و ز بهشت و دوزخ
فارغ بنشین که آن هر آوازه دهند
κι έχει για κατάλυμα κάποια φωλιά,
δεν είναι ούτε κανενός υπηρέτης ούτε κανενός αφέντης·
πες του: ζήσε χαρούμενος, γιατί έχει καλόν κόσμο.
از بهر نشست آشیانی دارد
نه خادم کس بود نه مخدوم کسی
گو شاد بزی که خوشجهانی دارد
το να τρως θλίψη μάταια δεν έχει όφελος·
γέμισε την κούπα με κρασί, βάλ’ τη γρήγορα στην παλάμη μου,
να ξαναπιώ, γιατί όσα ήταν να γίνουν όλα έγιναν.
غم خوردن بیهوده نمیدارد سود
پر کن قدح می به کفم درنه زود
تا باز خورم که بودنیها همه بود
το σύννεφο απ’ το πρόσωπο του ανθώνα ξεπλένει τη σκόνη·
το αηδόνι με τη γλώσσα της κατάστασής του, στο κίτρινο ρόδο,
κραυγάζει πως πρέπει να πιεις κρασί.
ابر از رخ گلزار همیشوید گرد
بلبل به زبان حال خود با گل زرد
فریاد همیکند که می باید خورد
πρόσταξε να φέρουν το ροδόχρωμο κρασί·
δεν είσαι χρυσάφι, ω αμέριμνε αδαή, να σε
θάψουν στο χώμα και πάλι να σε βγάλουν.
فرمای که تا بادهٔ گلگون آرند
تو زر نهای ای غافل نادان که تو را
در خاک نهند و باز بیرون آرند
ή στο κυνήγι της ανυπαρξίας και της ύπαρξης θα περνάει;
Πιες κρασί, γιατί μια ζωή που ο θάνατος την κυνηγάει,
καλύτερα να περάσει στον ύπνο ή στη μέθη.
یا در پی نیستی و هستی گذرد
می نوش که عمری که اجل در پی اوست
آن به که به خواب یا به مستی گذرد
κανείς ένα βήμα έξω απ’ τον κύκλο δεν έβαλε·
κοιτάζω απ’ τον αρχάριο ως τον δάσκαλο:
ανημπόρια είναι στο χέρι καθενός που γεννήθηκε από μάνα.
کس یک قدم از دایره بیرون ننهاد
من مینگرم ز مبتدی تا استاد
عجز است به دست هرکه از مادر زاد
απ’ το καλό και το κακό του καιρού κόψε τον δεσμό·
κρασί στην παλάμη και τα μαλλιά μιας αγαπημένης κράτα, γιατί γρήγορα
κι αυτά θα περάσουν και δεν θα μείνουν ετούτες οι λίγες μέρες.
از نیک و بد زمانه بگسل پیوند
می در کف و زلف دلبری گیر که زود
هم بگذرد و نماند این روزی چند
η ευθυμία κι η χαρά σου κρατάει το κεφάλι ψηλά·
σε κανένα απ’ τα δυο μη στηρίζεσαι, γιατί ο τροχός τ’ ουρανού
πίσω απ’ το παραπέτασμα χίλιων λογιών παιχνίδι έχει.
عیش و طرب تو سرفرازی دارد
بر هر دو مکن تکیه که دوران فلک
در پرده هزار گونه بازی دارد
που να μη το σπάσει και πάλι στη γη να μη το παραδώσει·
αν το σύννεφο σαν νερό σήκωνε το χώμα,
ως την ανάσταση θα ’βρεχε το αίμα των αγαπημένων.
کش نشکند و هم به زمین نسپارد
گر ابر چو آب خاک را بردارد
تا حشر همه خون عزیزان بارد
μην αφήνεις παρά στη χαρά να περνάει·
πρόσεχε, γιατί το κεφάλαιο του πόθου του κόσμου
είναι ο βίος, κι όπως τον περνάς, έτσι περνάει.
مگذار که جز به شادمانی گذرد
هشدار که سرمایهٔ سودای جهان
عمر است چنان کش گذرانی گذرد
εκεί θα υπάρχει κρασί και γάλα και μέλι·
αν εμείς διαλέξαμε κρασί κι αγαπημένη, τι πειράζει;
Αφού στο τέλος η υπόθεση έτσι θα ’ναι.
آنجا می و شیر و انگبین خواهد بود
گر ما می و معشوق گزیدیم چه باک
چون عاقبت کار چنین خواهد بود
ποτάμι κρασί και γάλα και μέλι και ζάχαρη·
γέμισε την κούπα με κρασί και βάλ’ τη στο χέρι μου·
ένα μετρητό από χίλια βερεσέ πιο γλυκό είναι.
جوی می و شیر و شهد و شکر باشد
پر کن قدح باده و بر دستم نه
نقدی ز هزار نسیه خوشتر باشد
όπως πεθαίνουν, έτσι θ’ αναστηθούν·
εμείς με το κρασί και την αγαπημένη γι’ αυτό είμαστε πάντα,
μπας και στην ανάσταση έτσι μας σηκώσουν.
زآنسان که بمیرند چنان برخیزند
ما با می و معشوقه از آنیم مدام
باشد که به حشرمان چنان انگیزند
και τη σκέψη για τα εβδομήντα δυο έθνη διώχνει·
μην αποφεύγεις εκείνη την αλχημεία που από αυτήν
μια γουλιά πίνεις — χίλιες αρρώστιες διώχνει.
و اندیشه هفتاد و دو ملت ببرد
پرهیز مکن ز کیمیایی که از او
یک جرعه خوری هزار علت ببرد
πρέπει να ’ναι πιο κρυμμένο κι απ’ τον Σιμούργκ·
γιατί στο κοχύλι απ’ την κρυψώνα μαργαριτάρι γίνεται
εκείνη η σταγόνα που είναι το μυστικό της καρδιάς της θάλασσας.
باید که نهفتهتر ز عنقا باشد
کاندر صدف از نهفتگی گردد در
آن قطره که راز دل دریا باشد
και πάνω απ’ τη βιολέτα στο περιβόλι σκύβει,
τη δικαιοσύνη μού την τέρπει το μπουμπούκι,
που το κράσπεδό του το μαζεύει σφιχτά.
بالای بنفشه در چمن خم گیرد
انصاف مرا ز غنچه خوش میآید
کاو دامن خویشتن فراهم گیرد
λίγα απόμειναν απ’ τα μυστικά που δεν έγιναν γνωστά·
εβδομήντα δυο χρόνια στοχάστηκα νύχτα και μέρα,
κι έγινε γνωστό μου πως τίποτε δεν έγινε γνωστό.
کم ماند ز اسرار که معلوم نشد
هفتاد و دو سال فکر کردم شب و روز
معلومم شد که هیچ معلوم نشد
και ο κήπος κι η κατοικία θα μείνουν δίχως εσένα και μένα·
τ’ ασήμι και το χρυσάφι σου, από ένα δίραμ ως ένα κριθαρόσπυρο,
με τον φίλο φάτο, αλλιώς στον εχθρό θα μείνει.
هم باغ و سرای بی تو و من ماند
سیم و زر خویش از درمی تا به جوی
با دوست بخور گرنه به دشمن ماند
κάτω απ’ το πόδι του θανάτου ένας ένας ταπεινώθηκαν·
ήπιαμε απ’ το ίδιο κρασί στη σύναξη της ζωής,
έναν δυο γύρους πιο μπροστά από μας μέθυσαν.
در پای اجل یکان یکان پست شدند
خوردیم ز یک شراب در مجلس عمر
دوری دو سه پیشتر ز ما مست شدند
μια γουλιά κρασί το βασίλειο της Κίνας αξίζει·
εκτός απ’ το ρουμπινένιο κρασί δεν υπάρχει στο πρόσωπο της γης
πικράδα που χίλιες γλυκές ψυχές αξίζει.
یک جرعهٔ می مملکت چین ارزد
جز بادهٔ لعل نیست در روی زمین
تلخی که هزار جان شیرین ارزد
ένας κόκκος χώματος με τη γη ένα έγινε·
ο ερχομός κι ο φευγιός σου σ’ αυτόν τον κόσμο τι είναι;
Ήρθε μια μύγα, φάνηκε — κι έγινε άφαντη.
یک ذرهٔ خاک با زمین یکتا شد
آمدشدن تو اندر این عالم چیست
آمد مگسی پدید و ناپیدا شد
κι από μια σπασμένη στάμνα μια στιγμή κρύο νερό,
γιατί να ’ναι υπηρέτης χειρότερου του εαυτού του;
Ή γιατί να υπηρετεί κάποιον σαν τον εαυτό του;
از کوزه شکستهای دمی آبی سرد
مأمور کم از خودی چرا باید بود
یا خدمت چون خودی چرا باید کرد
κι εκείνον τον έμπιστο και σύντροφο κάθε ελεύθερου φέρε·
αφού ξέρεις πως η διάρκεια του χωμάτινου κόσμου
είναι άνεμος που γρήγορα περνάει — φέρε το κρασί.
وآن محرم و مونس هر آزاده بیار
چون میدانی که مدت عالم خاک
باد است که زود بگذرد باده بیار
Και με μάταιη σκέψη την καρδιά και την ψυχή πληγώνεις;
Ζήσε χαρούμενος και τον κόσμο πέρνα τον με χαρά·
η βουλή δεν σκέφτηκαν μαζί σου την αρχή της δουλειάς.
وز فکرت بیهوده دل و جان افکار
خرم بزی و جهان به شادی گذران
تدبیر نه با تو کردهاند اول کار
δεν βάζουν κάτι στη θέση του χωρίς να ξαναρπάξουν·
αν οι μη γεννημένοι ήξεραν όσα εμείς
τραβάμε απ’ τον καιρό, δεν θα ’ρχονταν.
ننهند به جا تا نربایند دگر
ناآمدگان اگر بدانند که ما
از دهر چه میکشیم نایند دگر
δεν είσαι μάταια — μάταιες θλίψεις μη τρως·
αφού ό,τι υπήρξε πέρασε κι ό,τι δεν υπάρχει δεν φανερώθηκε,
να ’σαι χαρούμενος, θλίψη για το ον και το μη ον μη τρως.
بیهوده نهای غمان بیهوده مخور
چون بوده گذشت و نیست نابوده پدید
خوش باش غم بوده و نابوده مخور
τον κήπο της χαράς σου θεώρησέ τον με χλόη στολισμένο·
κι έπειτα πάνω σ’ εκείνη τη χλόη μια νύχτα σαν δροσιά
θεώρησε τον εαυτό σου καθισμένο, και το πρωί σηκωμένο.
باغ طربت به سبزه آراسته گیر
و آنگاه بر آن سبزه شبی چون شبنم
بنشسته و بامداد برخاسته گیر
κάθε κόκκος απ’ τον κάθε κόκκο ξεμάκρυνε·
αχ, τι κρασί είναι τούτο, που ως τη μέρα του λογαριασμού
είναι εκτός εαυτού κι αγνοούν τα πάντα;
هر ذره ز هر ذره گرفتند کنار
آه این چه شراب است که تا روز شمار
بیخود شده و بیخبرند از همه کار
η οσμή της κούπας καλύτερη απ’ την τροφή της Μαριάμ·
ο πρωινός στεναγμός απ’ τα στήθη του μεθυσμένου
είναι καλύτερος απ’ τον θρήνο του Μπου-Σαΐντ και του Άνταμ.
είναι μια κούπα που όλους τους ποτίζουν με τη σειρά·
όταν η βάρδια φτάσει στη σειρά σου, μη στενάξεις·
πιες κρασί με χαρούμενη καρδιά, γιατί είναι σειρά, όχι αδικία.
جامیست که جمله را چشانند بدور
نوبت چو به دور تو رسد آه مکن
می نوش به خوشدلی که دور است نه جور
πάνω σε μια μάζα πηλού πατούσε ξανά και ξανά·
κι εκείνος ο πηλός με τη γλώσσα της κατάστασής του τού ’λεγε:
ήμουν σαν εσένα — κράτησέ με καλά.
بر پاره گلی لگد همی زد بسیار
و آن گل بزبان حال با او میگفت
من همچو تو بودهام مرا نیکودار
είναι το κεφάλαιο της απόλαυσης της νιότης — πιες·
καίει σαν φωτιά, μα τη θλίψη
τη γιατρεύει σαν το νερό της ζωής — πιες.
سرمایه لذت جوانی است بخور
سوزنده چو آتش است لیکن غم را
سازنده چو آب زندگانی است بخور
ή με ένα είδωλο τουλιπόμορφο, γελαστό, πίνε·
μην πίνεις πολύ, μη τ’ αραδιάζεις, μη το διαλαλείς·
πίνε λίγο, και πότε πότε, και κρυφά πίνε.
یا با صنمی لاله رخی خندان خور
بسیار مخور ورد مکن فاش مساز
اندک خور و گه گاه خور و پنهان خور
γέμισε με ρουμπινένιο κρασί το κρυστάλλινο κύπελλο,
γιατί ετούτη τη μια στιγμή, δανεική σ’ αυτή τη γωνιά της φθοράς,
πολύ θα την αναζητήσεις και δεν θα την ξαναβρείς.
پر بادهٔ لعل کن بلورین ساغر
کاین یکدم عاریت در این کنج فنا
بسیار بجویی و نیابی دیگر
ποιος γύρισε πίσω για να μας πει το μυστικό;
Λοιπόν, σ’ αυτό το σταυροδρόμι της απληστίας και της ανάγκης,
πρόσεχε να μην αφήσεις τίποτε, γιατί δεν γυρίζεις πίσω.
باز آمده کیست تا به ما گوید راز
پس بر سر این دو راههٔ آز و نیاز
تا هیچ نمانی که نمیآیی باز
κι εκείνο το παιδί που κοσκινίζει το χώμα κοίτα το ερευνητικά·
δώσ’ του συμβουλή, πες: κοσκίνιζε απαλά απαλά
το μυαλό του Κεϊκομπάντ και το μάτι του Παρβίζ.
απαλά απαλά πιες κρασί και παίξε το τσανγκ,
γιατί εκείνοι που υπάρχουν δεν κρατούν πολύ,
κι εκείνοι που έφυγαν, κανείς δεν ξαναγυρίζει.
نرمک نرمک باده خور و چنگ نواز
کانها که بجایند نپایند بسی
و آنها که شدند کس نمیاید باز
εκατό φιλιά από αγάπη στο μέτωπό της δίνει·
τούτος ο σταμνάς του καιρού τέτοια χαριτωμένη κούπα
πλάθει — και πάλι στη γη τη ρίχνει.
صد بوسه ز مهر بر جبین میزندش
این کوزهگر دهر چنین جام لطیف
میسازد و باز بر زمین میزندش
με μια φεγγαρόμορφη αν κάθεσαι, να ’σαι χαρούμενος·
αφού το τέλος της υπόθεσης του κόσμου είναι η ανυπαρξία,
φαντάσου πως δεν υπάρχεις· κι όσο υπάρχεις, να ’σαι χαρούμενος.
با ماهرخی اگر نشستی خوش باش
چون عاقبت کار جهان نیستی است
انگار که نیستی چو هستی خوش باش
είδα δυο χιλιάδες στάμνες — μιλητές και βουβές·
άξαφνα μια στάμνα έβγαλε κραυγή:
πού είναι ο σταμνάς κι ο αγοραστής της στάμνας κι ο πωλητής της στάμνας;
دیدم دو هزار کوزه گویا و خموش
ناگاه یکی کوزه برآورد خروش
کو کوزهگر و کوزهخر و کوزه فروش
που στη θλίψη για τις μέρες κάθεται με βαριά καρδιά·
πιες κρασί μες στη γυάλα με τον θρήνο του τσανγκ,
προτού η γυάλα πέσει στην πέτρα.
کو در غم ایام نشیند دلتنگ
می خور تو در آبگینه با ناله چنگ
زان پیش که آبگینه آید بر سنگ
έλυσα όλες τις γενικές δυσκολίες·
με τεχνάσματα έλυσα τα δεσμά κάθε δυσκολίας·
κάθε δεσμό τον έλυσα, εκτός απ’ τον δεσμό του θανάτου.
کردم همه مشکلات کلی را حل
بگشادم بندهای مشکل به حیل
هر بند گشاده شد به جز بند اجل
μην αφήνεις απ’ το χέρι την κούπα του κρασιού και το κράσπεδο του ρόδου,
προτού άξαφνα απ’ τον άνεμο του θανάτου γίνει
το πουκάμισο της ζωής μας σαν το πουκάμισο του ρόδου.
از دست منه جام می و دامن گل
زان پیش که ناگه شود از باد اجل
پیراهن عمر ما چو پیراهن گل
κι ετούτη τη μια στιγμή της ζωής ας τη λογαριάσουμε κέρδος·
αύριο, όταν απ’ αυτό το φθαρτό χάνι περάσουμε,
θα ’μαστε ίσοι με τους εφτακισχιλιόχρονους.
وین یک دمِ عمر را غنیمت شمریم
فردا که ازین دیرِ فنا درگذریم
با هفتهزارسالگان سربهسریم
για φανάρι-φαντασία τον θεωρούμε παράδειγμα·
ο ήλιος είναι λυχνάρι κι ο κόσμος φανάρι,
εμείς είμαστε σαν εικόνες που μέσα του σαστίζουμε.
فانوس خیال از او مثالی دانیم
خورشید چراغ دان و عالم فانوس
ما چون صوریم کاندر او حیرانیم
προτού απ’ τον καιρό δεχτούμε χτύπημα·
γιατί τούτος ο τροχός με το σκληρό πρόσωπο, άξαφνα μια μέρα,
δεν θα δώσει τόσο χρόνο ώστε να πιούμε λίγο νερό.
زان پیش که از زمانه تابی بخوریم
کاین چرخ ستیزه روی ناگه روزی
چندان ندهد زمان که آبی بخوریم
το χρώμα του προσώπου μου στο χρώμα του χουρμά θα το αλλάξω·
σ’ αυτόν τον νου τον περιττολόγο μια φούχτα κρασί
στο πρόσωπο θα ρίξω, ώστε να τον κοιμίσω.
رنگ رخ خود به رنگ عناب کنم
این عقل فضول پیشه را مشتی می
بر روی زنم چنانکه در خواب کنم
κάτω απ’ τη γη τους κρυμμένους βλέπω·
όσο κοιτάζω την έρημο της ανυπαρξίας,
και τους μη γεννημένους και τους φευγάτους βλέπω.
در زیرزمین نهفتگان میبینم
چندانکه به صحرای عدم مینگرم
ناآمدگان و رفتگان میبینم
Στον κόσμο, τι εκατόχρονοι τι μονοήμεροι, θα γινόμαστε·
δώσε στην κούπα κρασί, προτού εμείς
στο εργαστήρι των σταμνάδων στάμνα γίνουμε.
در دهر چه صد ساله چه یکروزه شویم
در ده تو بکاسه می از آن پیش که ما
در کارگه کوزهگران کوزه شویم
τότε δίχως κρασί κι αγαπημένη είναι μεγάλο σφάλμα·
ως πότε για το αρχέγονο και το νεόπλαστο η ελπίδα μου κι ο φόβος;
Σαν εγώ φύγω, ο κόσμος τι νεόπλαστος τι αρχέγονος.
پس بی می و معشوق خطائیست عظیم
تا کی ز قدیم و محدث امیدم و بیم
چون من رفتم جهان چه محدث چه قدیم
και τα μυστικά του καιρού να πω δεν μπορώ·
απ’ τη θάλασσα του στοχασμού μου ανέβασε ο νους
ένα μαργαριτάρι που απ’ τον φόβο να το τρυπήσω δεν μπορώ.
و اسرار زمانه گفت مینتوانم
از بحر تفکرم برآورد خرد
دری که ز بیم سفت مینتوانم
ο Θεός ξέρει πως αυτό που είπε δεν είμαι·
μα αφού σ’ αυτή τη θλίψη έχω φτιάξει φωλιά,
τουλάχιστον ας ήξερα, στο τέλος, ποιος είμαι.
ایزد داند که آنچه او گفت نیم
لیکن چو در این غم آشیان آمدهام
آخر کم از آنکه من بدانم که کیم
είμαστε κι το κεφάλαιο της δικαιοσύνης κι η φύση της αδικίας·
είμαστε ταπεινοί κι υψηλοί, κι τελειότητα κι έλλειψη,
ο σκουριασμένος καθρέφτης κι η κούπα του Τζαμσίντ.
سرمایهٔ دادیم و نهاد ستمیم
پستیم و بلندیم و کمالیم و کمیم
آئینهٔ زنگ خورده و جام جمیم
ή απ’ τη θλίψη της ντροπής και της μέθης δεν πίνω·
εγώ κρασί για τη χαρά της καρδιάς το έπινα·
τώρα που εσύ στην καρδιά μου κάθισες, δεν πίνω.
یا از غم رسوایی و مستی نخورم
من می ز برای خوشدلی میخوردم
اکنون که تو بر دلم نشستی نخورم
χωρίς κρασί το φορτίο του κορμιού να σηκώσω δεν μπορώ·
εγώ είμαι σκλάβος εκείνης της στιγμής που ο σάκης λέει:
πάρε μιαν άλλη κούπα — κι εγώ δεν μπορώ.
بی باده کشید بارتن نتوانم
من بنده آن دمم که ساقی گوید
یک جام دگر بگیر و من نتوانم
Με πλούτη και μ’ ασήμι και χρυσάφι έρχεται: εγώ είμαι!
Μόλις η δουλίτσα του πάρει τάξη μια μέρα,
άξαφνα απ’ το καρτέρι ξεπροβάλλει ο θάνατος: εγώ είμαι!
با نعمت و با سیم و زر آید که منم
چون کارک او نظام گیرد روزی
ناگه اجل از کمین برآید که منم
έναν καιρό με τη μαστοριά μας οι ίδιοι χαρήκαμε·
άκουσε το τέλος του λόγου, τι μας έλαχε:
απ’ το χώμα ήρθαμε και στον άνεμο πήγαμε.
یک چند به استادی خود شاد شدیم
پایان سخن شنو که ما را چه رسید
از خاک در آمدیم و بر باد شدیم
ούτε μιαν ανάσα απ’ την ίδια μου την ύπαρξη χαρούμενος δεν είμαι·
μαθητεία στον καιρό έκανα πολλή,
στη δουλειά του κόσμου ακόμη δεν είμαι δάσκαλος.
یک دمزدن از وجود خود شاد نیم
شاگردی روزگار کردم بسیار
در کار جهان هنوز استاد نیم
για το αύριο που δεν ήρθε μην κραυγάζεις·
πάνω στο μη ερχομένο και το περασμένο μη χτίζεις θεμέλιο,
τώρα να ’σαι χαρούμενος και τον βίο στον άνεμο μη ρίχνεις.
فردا که نیامده ست فریاد مکن
برنامده و گذشته بنیاد مکن
حالی خوش باش و عمر بر باد مکن
κι αυτόν τον κόσμο τον γεμάτο ταραχή και θόρυβο κοίτα·
βασιλιάδες κι άρχοντες κι ηγεμόνες είναι κάτω απ’ τον πηλό·
πρόσωπα σαν το φεγγάρι στο στόμα του μυρμηγκιού κοίτα.
وین عالم پر فتنه و پر شور ببین
شاهان و سران و سروران زیر گلند
روهای چو مه در دهن مور ببین
κάθισε και μια στιγμή στη χαρά πέρνα·
αν στη φύση του κόσμου υπήρχε πίστη,
η σειρά σ’ εσένα δεν θα ’φτανε απ’ τους άλλους.
بنشین و دمی به شادمانی گذران
در طبع جهان اگر وفایی بودی
نوبت بتو خود نیامدی از دگران
δεν είναι παρά να τρώει πίκρα ώσπου να ξεριζώσει την ψυχή,
χαρούμενη η καρδιά εκείνου που απ’ αυτόν τον κόσμο γρήγορα έφυγε,
κι ήσυχος εκείνος που καθόλου στον κόσμο δεν ήρθε.
جز خوردن غصه نیست تا کندن جان
خرم دل آنکه زین جهان زود برفت
و آسوده کسی که خود نیامد به جهان
στο χέρι δεν θα μείνει τίποτε εκτός απ’ τον άνεμο·
εκείνος ας χαίρεται τον θάνατό μου
που μπορεί απ’ το χέρι του θανάτου ελεύθερος να γίνει.
در دست نخواهد به جز از باد بدن
آن را باید به مرگ من شاد بدن
کز دست اجل تواند آزاد بدن
ούτε απιστία ούτε ισλάμ ούτε κόσμος ούτε θρησκεία,
ούτε αλήθεια ούτε πραγματικότητα ούτε ιερός νόμος ούτε βεβαιότητα·
στους δυο κόσμους ποιανού η καρδιά τολμάει τούτο;
نه کفر و نه اسلام و نه دنیا و نه دین
نه حق نه حقیقت نه شریعت نه یقین
اندر دو جهان کرا بود زهره این
είναι καλύτερο απ’ το να ’σαι παράσιτο στο τραπέζι ενός τιποτένιου·
με το κριθαρένιο σου ψωμί, μα την αλήθεια, είναι καλύτερα
παρά μολυσμένος και στραγγισμένος για κάθε αχρείο.
به ز آن که طفیل خوان ناکس بودن
با نان جوین خویش حقا که به است
کالوده و پالوده هر خس بودن
ένα πλήθος στην υποψία έπεσε, στον δρόμο της βεβαιότητας·
φοβάμαι μη μια μέρα ακουστεί φωνή:
ω αδαείς, ο δρόμος δεν είναι ούτε εκείνος ούτε τούτος.
قومی به گمان فتاده در راه یقین
میترسم از آن که بانگ آید روزی
کای بیخبران راه نه آنست و نه این
μιαν άλλη αγελάδα κρυμμένη κάτω απ’ τη γη·
άνοιξε το μάτι του νου σου με τη ματιά της βεβαιότητας:
κάτω κι απάνω απ’ τις δυο αγελάδες μια φούχτα γαϊδούρια δες.
یک گاو دگر نهفته در زیر زمین
چشم خردت باز کن از روی یقین
زیر و زبر دو گاو مشتی خر بین
θα σήκωνα τούτον τον ουρανό απ’ τη μέση·
από νέο θα ’φτιαχνα άλλον ουρανό, τέτοιον
που ο ελεύθερος στον πόθο της καρδιάς εύκολα να φτάνει.
برداشتمی من این فلک را ز میان
از نو فلکی دگر چنان ساختمی
کازاده بکام دل رسیدی آسان
ζήτα κρασί στραγγισμένο απ’ εκείνους που ήρθαν στολισμένοι·
έφυγαν ένας ένας εκείνοι που ήρθαν μπροστά,
και κανείς δεν δίνει σημάδι απ’ αυτούς που θα ξαναγυρίσουν.
می خواه مروق به طراز آمدگان
رفتند یکان یکان فراز آمدگان
کس می ندهد نشان ز بازآمدگان
είναι καλύτερο απ’ την υποκρισία της ασκητικής ν’ ασκείς·
αν ο εραστής κι ο μεθυσμένος θα ’ναι στην κόλαση,
τότε το πρόσωπο του παραδείσου κανείς δεν θα δει.
به زانکه بزرق زاهدی ورزیدن
گر عاشق و مست دوزخی خواهد بود
پس روی بهشت کس نخواهد دیدن
ή τον όμορφο σου καιρό στην πέτρα του μόχθου να τρίβεις·
κανείς το άδηλο δεν ξέρει, τι είναι να γίνει·
χρειάζεται κρασί κι αγαπημένη κι ανάπαυση κατά την επιθυμία.
وقت خوش خود بسنگ محنت سودن
کس غیب چه داند که چه خواهد بودن
می باید و معشوق و به کام آسودن
στο κατώφλι εκείνου οι βασιλιάδες έβαζαν το πρόσωπο·
είδαμε πως στις επάλξεις του ένα τρυγόνι
καθισμένο έλεγε: κου-κου-κου-κου.
بر درگه آن شهان نهادندی رو
دیدیم که بر کنگرهاش فاختهای
بنشسته همی گفت که کوکوکوکو
Κι απ’ το νήμα της ελπίδας του βίου μας πού είναι το υφάδι;
Τόσα πανέμορφα κεφάλια και πόδια του κόσμου
καίγονται και γίνονται χώμα — πού είναι ο καπνός;
وز تار امید عمر ما پودی کو
چندین سروپای نازنینان جهان
میسوزد و خاک میشود دودی کو
δυο πλίθρες θα βάλουν πάνω στον λάκκο τον δικό μου και τον δικό σου·
κι έπειτα για πλίθρα του τάφου των άλλων
σε καλούπι θα πατήσουν το χώμα το δικό μου και το δικό σου.
خشتی دو نهند بر مغاک من و تو
و آنگاه برای خشت گور دگران
در کالبدی کشند خاک من و تو
έχει σκοπό εναντίον της αγνής ψυχής της δικής μου και της δικής σου·
κάθισε στη χλόη και πιες φωτεινό κρασί,
γιατί ετούτη η χλόη πλούσια θα φυτρώσει απ’ το χώμα το δικό μου και το δικό σου.
قصدی دارد بجان پاک من و تو
در سبزه نشین و می روشن میخور
کاین سبزه بسی دمد ز خاک من و تو
κι εκείνο το κρασί, απ’ τα χέρια των ομορφιών της σκηνής καλύτερο·
η μέθη κι το καλαντάρικο κι το παραστράτημα — καλύτερα·
μια γουλιά κρασί, απ’ το φεγγάρι ως το ψάρι, καλύτερη.
می هم ز کف بتان خرگاهی به
مستی و قلندری و گمراهی به
یک جرعه می ز ماه تا ماهی به
το αηδόνι απ’ την ομορφιά του ρόδου χάρηκε·
στη σκιά του ρόδου κάθισε, γιατί πολλά τούτα τα ρόδα
στο χώμα θα σκορπίσουν κι εμείς θα ’μαστε χώμα.
بلبل ز جمال گل طربناک شده
در سایه گل نشین که بسیار این گل
در خاک فرو ریزد و ما خاک شده
Κι ετούτη τη ζωή με χαρά θα την περνάω ή όχι;
Γέμισε την κούπα με κρασί, γιατί δεν μου είναι γνωστό
αν τούτη την ανάσα που παίρνω μέσα, θα τη βγάλω ή όχι.
وین عمر به خوشدلی گذارم یا نه
پرکن قدح باده که معلومم نیست
کاین دم که فرو برم برآرم یا نه
κι απ’ ό,τι δεν είναι κρασί, τον δρόμο έξω να πάρεις καλύτερα·
στο χέρι, απ’ τον θρόνο του Φερειντούν εκατό φορές καλύτερη
η πλίθρα στο στόμιο του πιθαριού, απ’ το βασίλειο του Κεϊχοσρόου.
είσαι δικαιολογημένος αν αγωνίζεσαι να την αποκτήσεις·
τα υπόλοιπα όλα δωρεάν δεν αξίζουν, πρόσεχε,
τον πολύτιμο βίο μη τον πουλήσεις γι’ αυτά.
معذوری اگر در طلبش میکوشی
باقی همه رایگان نیرزد هشدار
تا عمر گرانبها بدان نفروشی
τα φύλλα της ύπαρξής μας τυλίγονται·
πιες κρασί! μην τρως θλίψη, γιατί είπε ο σοφός:
οι θλίψεις του κόσμου είναι σαν δηλητήριο, κι αντίδοτό τους το κρασί.
اوراق وجود ما همی گردد طی
می خور! مخور اندوه که فرمود حکیم
غمهای جهان چو زهر و تریاقش می
εκείνη η στάμνα μίλησε για κάθε λογής μυστικά:
βασιλιάς ήμουν, και χρυσή κούπα είχα,
τώρα έγινα η στάμνα του κάθε μεθυσμένου.
آن کوزه سخن گفت ز هر اسراری
شاهی بودم که جام زرینم بود
اکنون شدهام کوزه هر خماری
κι απ’ τα εφτά και τα τέσσερα διαρκώς φλέγεσαι,
πιες κρασί, γιατί χίλιες φορές και παραπάνω σου το είπα:
γυρισμός για σένα δεν υπάρχει — σαν έφυγες, έφυγες.
وز هفت و چهار دایم اندر تفتی
می خور که هزار بار بیشت گفتم
باز آمدنت نیست چو رفتی رفتی
στη λεπτότητα των έξυπνων σοφών δεν φτάνεις·
εδώ με το ρουμπινένιο κρασί έναν παράδεισο φτιάξε,
γιατί εκεί όπου είναι ο παράδεισος, φτάνεις ή δεν φτάνεις — άγνωστο.
در نکته زیرکان دانا نرسی
اینجا به می لعل بهشتی می ساز
کانجا که بهشت است رسی یا نرسی
με το ρουμπινένιο κρασί να ’σαι και με μιαν ασημόκορμη·
γιατί εκείνος που έφτιαξε τον κόσμο είναι ξέγνοιαστος
για το μουστάκι κάποιου σαν εσένα και τα γένια κάποιου σαν εμένα.
با باده لعل باش و با سیم تنی
کانکس که جهان کرد فراغت دارد
از سبلت چون تویی و ریش چو منی
ή τούτον τον μακρύ δρόμο να μπορούσες να τον φτάσεις·
μακάρι, ύστερα από εκατό χιλιάδες χρόνια, απ’ την καρδιά του χώματος,
σαν τη χλόη, η ελπίδα να φύτρωνε!
یا این ره دور را رسیدن بودی
کاش از پی صد هزار سال از دل خاک
چون سبزه امید بر دمیدن بودی
μεθυσμένος ήμουν όταν έκανα τούτη την ξεφάντωση·
με τη γλώσσα της κατάστασής της μου ’λεγε η στάμνα:
ήμουν σαν εσένα — κι εσύ επίσης θα ’σαι σαν εμένα.
سرمست بدم که کردم این عیاشی
با من به زبان حال میگفت سبو
من چون تو بدم تو نیز چون من باشی
και στο νήμα μου μιαν άκρη έβρισκα·
ως πότε απ’ τη στενωσιά της φυλακής της ύπαρξης;
Μακάρι προς την ανυπαρξία μια πόρτα να έβρισκα.
هم رشته خویش را سری یافتمی
تا چند ز تنگنای زندان وجود
ای کاش سوی عدم دری یافتمی
κάθισε ξέγνοιαστη στο χωράφι και στο χείλος του ρυακιού·
πολλά πολύτιμα πλάσματα ο κακότροπος τροχός
εκατό φορές τα ’κανε κούπα κι εκατό φορές στάμνα.
فارغ بنشین بکشتزار و لب جوی
بس شخص عزیز را که چرخ بدخوی
صد بار پیاله کرد و صد بار سبوی
είπα: δεν δίνεις καμιάν είδηση απ’ αυτούς που έφυγαν;
Είπε: πιες κρασί, γιατί σαν κι εμάς πολλοί
έφυγαν, κι είδηση πίσω δεν ήρθε καμιά.
گفتم نکنی ز رفتگان اخباری
گفتا می خور که همچو ما بسیاری
رفتند و خبر باز نیامد باری
Δυσκολία, τι μία τι εκατό χιλιάδες, ω σάκη·
χώμα είμαστε όλοι — φτιάξε το τσανγκ, ω σάκη·
άνεμος είμαστε όλοι — φέρε το κρασί, ω σάκη.
مشکل چه یکی چه صد هزار ای ساقی
خاکیم همه چنگ بساز ای ساقی
بادیم همه باده بیار ای ساقی
στον κήπο κυλάει απ’ τον Κάουσαρ ένα ρυάκι·
ο κάμπος είναι σαν παράδεισος — για τον Κάουσαρ μίλα λιγότερο,
κάθισε στον παράδεισο με μια παραδεισένια όψη.
در باغ روان است ز کوثر جویی
صحرا چو بهشت است ز کوثر کم گوی
بنشین به بهشت با بهشتی رویی
λυτρώθηκαν απ’ τον πόθο για σένα από χθες·
τι να πω, στην απαίτησή σου, από χθες,
όρισαν τον λογαριασμό της αυριανής σου υπόθεσης από χθες.
فارغ شدهاند از تمنای تو دی
قصه چه کنم که به تقاضای تو دی
دادند قرار کار فردای تو دی
στη βάση του τροχού είδα τον δάσκαλο ορθό·
έφτιαχνε τολμηρά χερούλι και στόμιο στη στάμνα
απ’ το κεφάλι βασιλιά κι απ’ το χέρι ζητιάνου.
در پایه چرخ دیدم استاد بپای
میکرد دلیر کوزه را دسته و سر
از کله پادشاه و از دست گدای
την ετυμηγορία που είναι απ’ τη μοίρα, από μένα την ξέρεις·
αν στο γύρισμά μου εγώ είχα χέρι,
θα λύτρωνα τον εαυτό μου απ’ τη ζάλη.
حکمی که قضا بود ز من میدانی
در گردش خویش اگر مرا دست بدی
خود را برهاندمی ز سرگردانی
γέμισε μια κούπα, πιες, δώσε μου κι άλλη μία·
προτού, ω είδωλο, κάπου σε κάποιο πέρασμα,
το χώμα το δικό μου και το δικό σου σταμνάς σε στάμνα το κάνει.
پر کن قدحی بخور بمن ده دگری
زان پیشتر ای صنم که در رهگذری
خاک من و تو کوزهکند کوزهگری
κι αν κι ο φευγιός ήταν στο θέλημά μου, πότε θα ’φευγα;
Δεν θα ’ταν καλύτερα, σ’ αυτό το ρημαγμένο χάνι,
ούτε να ’ρχόμουν ούτε να ’φευγα ούτε να υπήρχα;
ور نیز شدن بمن بدی کی شدمی
به زان نبدی که اندر این دیر خراب
نه آمدمی نه شدمی نه بدمی
κι από κρασί δυο μανιά, κι από ένα πρόβατο ένα μπούτι,
με μια τουλιπόμορφη και μια γωνιά κήπου,
θα ’ταν τέτοια απόλαυση που ούτε κάθε σουλτάνου δεν είναι.
وز می دو منی ز گوسفندی رانی
با لاله رخی و گوشه بستانی
عیشی بود آن نه حد هر سلطانی
όλη η κατάσταση του ουρανού θα ’ταν ευχάριστη·
κι αν υπήρχε δικαιοσύνη στα έργα του στερεώματος,
πότε η καρδιά των άξιων ανθρώπων θα πονούσε;
احوال فلک جمله پسندیده بدی
ور عدل بدی بکارها در گردون
کی خاطر اهل فضل رنجیده بدی
ως πότε θα καταπιέζεις το χώμα των ανθρώπων;
Το δάχτυλο του Φερειντούν και την παλάμη του Κεϊχοσρόου
πάνω στον τροχό έχεις βάλει — τι νομίζεις;
συνάρμοσε ένα τραγούδι και φέρε μπροστά το κρασί,
γιατί έριξε στο χώμα εκατό χιλιάδες Τζαμ και Κέι
τούτος ο ερχομός του θερινού μήνα κι ο φευγιός του χειμώνα.
برساز ترانهای و پیشآور می
کافکند بخاک صد هزاران جم و کی
این آمدن تیرمه و رفتن دی