Ποίημα · 1100 · Nishapur

Ρουμπαγιάτ

رباعیات

Εισαγωγικό σημείωμα

Ο Ομάρ Χαγιάμ (1048–1131) ήταν μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος από τη Νισαπούρ, που εκπόνησε μια μεταρρύθμιση του ημερολογίου για την αυλή των Σελτζούκων και έγραψε πραγματείες για την άλγεβρα και τον Ευκλείδη. Τα τετράστιχα ρουμπαγιάτ που έφτασαν με το όνομά του είναι μια πλάγια, σχεδόν ιδιωτική φωνή του λογίου: επιγράμματα της σχόλης, που για αιώνες φούσκωναν στη χειρόγραφη παράδοση απορροφώντας στίχους ξένων χεριών. Η έκδοση αυτή ακολουθεί την επιμέλεια των Φορουγί και Γανί (Τεχεράνη, 1942), που επιλέγει 178 τετράστιχα ως τον πιο βέβαιο πυρήνα του corpus, και η αρίθμηση εδώ αντιστοιχεί στη βάση δεδομένων Ganjoor (sh1–sh178). Η μετάφραση έγινε φρέσκια από τα περσικά, όχι μέσω της περίφημης βικτωριανής ανασύνθεσης του Έντουαρντ Φιτζέραλντ: εκεί όπου οι στίχοι του έγιναν παροιμίες, εδώ στέκει αυτό που πράγματι λένε τα περσικά.

Η μορφή του ρουμπάι είναι τέσσερα ημιστίχια: ένα αυτοτελές επιχείρημα, που στήνει τη σκηνή ή την προκείμενη στους δύο πρώτους στίχους, στρέφει στον τρίτο και προσγειώνεται με επιγραμματική δύναμη στον τέταρτο. Η ελληνική μετάφραση δίνει μία γραμμή για κάθε περσικό ημιστίχιο, στη σειρά του πρωτοτύπου, χωρίς συμπτύξεις και προσθήκες· η ομοιοκαταληξία AABA και το radif δεν αναπαράγονται εις βάρος του νοήματος. Ο Χαγιάμ ακούγεται σαν γεωμέτρης που μιλάει για τον θάνατο: συγκεκριμένα ουσιαστικά — στάμνα, πηλός, τουλίπα, ταβέρνα, χάνι — απλή σύνταξη και λογικοί σύνδεσμοι («αφού», «προτού», «αν») κουβαλούν ένα ήσυχα συντριπτικό επιχείρημα. Ο τόνος είναι στεγνός, σκεπτικιστικός, τρυφερός· ποτέ μυστικιστικά ομιχλώδης και ποτέ κλαψιάρικος.

Οι επανερχόμενες εικόνες διαβάζονται σαν μία σκέψη. Το χώμα γίνεται πηλός, ο πηλός στάμνα, η στάμνα πάλι χώμα: ο σταμνάς και η στάμνα του μιλούν με τις φωνές παλιών βασιλιάδων και αγαπημένων (§107, §117, §159, §171). Ο ουράνιος «τροχός» (charkh, falak) γυρίζει σαν αδιάφορη μοίρα. Απέναντί του ο Χαγιάμ βάζει ξανά και ξανά μία προσταγή — khosh bāsh, «να ’σαι χαρούμενος», πιες τούτη τη στιγμή (dam, «ανάσα»), γιατί για το πριν και το μετά κανείς δεν γύρισε πίσω (§111). Όπου ένα τετράστιχο αγγίζει το Κοράνι, τον παράδεισο με τα χουρί, τα εβδομήντα δύο έθνη ή το τζαμί και τη συναγωγή, η αυθάδεια ανήκει στο κείμενο και μεταφράζεται χωρίς άμβλυνση· μα ούτε προστίθεται βλασφημία — το πνεύμα εδώ είναι πονηρό, όχι κραυγαλέο.

Πολλά από αυτά τα ρουμπαγιάτ αποδίδονται και σε άλλους ποιητές· η πατρότητα κυμαίνεται από τετράστιχο σε τετράστιχο. Το σώμα της μετάφρασης μένει καθαρό, και την αμφιβολία την κουβαλάει ο μηχανισμός των υποσημειώσεων: οι σημειώσεις για τη βεβαιότητα της απόδοσης βρίσκονται στα συνοδευτικά αρχεία. Τα ονόματα βασιλιάδων και ηρώων του περσικού παρελθόντος — Τζαμσίντ, Μπαχράμ, Καβούς, Κομπάντ, Φερειντούν, Κεϊχοσρόου — στέκουν ως δείκτες μεγαλείου που έγινε χώμα· οι πλήρεις μορφές με τα διακριτικά βρίσκονται στο γλωσσάρι.

Σήκω, αγαπημένη, έλα για χάρη της καρδιάς μας,
με την ομορφιά σου λύσε τη δυσκολία μας·
μια στάμνα κρασί, να την πιούμε μαζί,
προτού να πλάσουν στάμνες απ’ τον πηλό μας.
برخیز بتا بیا ز بهر دل ما
حل کن به جمال خویشتن مشکل ما
یک کوزه شراب تا به هم نوش کنیم
زآن پیش که کوزه‌ها کنند از گل ما
Αφού κανείς δεν εγγυάται για το αύριο,
κράτησέ την χαρούμενη τώρα ετούτη τη σκεπτική καρδιά·
πιες κρασί στο φεγγαρόφωτο, ω φεγγάρι — γιατί το φεγγάρι
για καιρό θα λάμπει και δεν θα μας βρει.
چون عهده نمی‌شود کسی فردا را
حالی خوش دار این دل پرسودا را
می نوش به ماهتاب ای ماه که ماه
بسیار بتابد و نیابد ما را
Το Κοράνι, που το λένε τον ύψιστο λόγο,
πότε πότε το διαβάζουν, όχι αδιάκοπα·
γύρω απ’ την κούπα όμως στέκει ένας στίχος μόνιμος,
που παντού τον διαβάζουν ακατάπαυστα.
قرآن که مهین کلام خوانند آن را
گهگاه نه بر دوام خوانند آن را
بر گرد پیاله آیتی هست مقیم
کاندر همه جا مدام خوانند آن را
Αν κρασί δεν πίνεις, μη χλευάζεις τους μεθυσμένους,
μη χτίζεις το θεμέλιό σου σε τεχνάσματα και δόλο·
και μην καμαρώνεις που κρασί δεν πίνεις:
εκατό μπουκιές καταπίνεις, που το κρασί τους είναι σκλάβος.
گر می نخوری طعنه مزن مستان را
بنیاد مکن تو حیله و دستان را
تو غره بدان مشو که می می‌نخوری
صد لقمه خوری که می غلام است آن را
Όσο χρώμα κι ευωδιά κι αν έχω, κι είναι κι όμορφα —
το μάγουλο σαν τουλίπα, το ανάστημα σαν κυπαρίσσι —
δεν φανερώθηκε γιατί στου χώματος το σπίτι της χαράς
ο ζωγράφος του αιώνιου με στόλισε καθόλου.
هر چند که رنگ و بوی زیباست مرا
چون لاله رخ و چو سرو بالاست مرا
معلوم نشد که در طربخانۀ خاک
نقاش ازل بهر چه آراست مرا
Εμείς κι εμείς, το κρασί κι ο μουσικός κι ετούτη η ρημαγμένη γωνιά,
ψυχή, καρδιά, κούπα κι ένδυμα γεμάτο κηλίδες κρασιού·
λυτρωμένοι απ’ την ελπίδα του ελέους κι απ’ τον φόβο της ποινής,
ελεύθεροι απ’ το χώμα, τον άνεμο, τη φωτιά και το νερό.
ماییم و می و مطرب و این کنج خراب
جان و دل و جام و جامه پر درد شراب
فارغ ز امید رحمت و بیم عذاب
آزاد ز خاک و باد و از آتش و آب
Εκείνο το παλάτι όπου ο Τζαμσίντ σήκωνε την κούπα,
έγινε φωλιά για ελαφίνα κι εκεί η αλεπού ησύχασε·
ο Μπαχράμ, που κυνηγούσε αγριόγαιδαρους μια ζωή —
είδες πώς τον έπιασε ο τάφος τον ίδιο τον Μπαχράμ;
آن قصر که جمشید در او جام گرفت
آهو بچه کرد و روبه آرام گرفت
بهرام که گور می‌گرفتی همه عمر
دیدی که چگونه گور بهرام گرفت
Ήρθε το σύννεφο και πάλι έκλαψε πάνω στη χλόη·
δίχως το ροδόχρωμο κρασί δεν αξίζει να ζεις.
Ετούτη η χλόη, που σήμερα είναι ο τόπος του γλεντιού μας,
πάνω σε ποιου τη χλόη-χώμα μας θα ’ναι ο τόπος του γλεντιού;
ابر آمد و باز بر سر سبزه گریست
بی بادهٔ گلرنگ نمی‌باید زیست
این سبزه که امروز تماشاگه ماست
تا سبزهٔ خاک ما تماشاگه کیست
Τώρα που το λουλούδι της ευτυχίας σου είναι φορτωμένο,
γιατί το χέρι σου να στέκει αργό δίχως την κούπα του κρασιού;
Πιες κρασί, γιατί ο καιρός είναι εχθρός δόλιος,
και ν’ αδράξεις μια τέτοια μέρα είναι δύσκολο.
اکنون که گل سعادتت پربار است
دست تو ز جام می چرا بیکار است
می خور که زمانه دشمنی غدار است
دریافتن روز چنین دشوار است
Σήμερα στο αύριο δεν έχεις πρόσβαση,
κι η σκέψη του αύριού σου δεν είναι παρά ψευδαίσθηση·
μη χαλάς ετούτη τη στιγμή, αν η καρδιά σου δεν έχει τρελαθεί,
γιατί σ’ αυτό το υπόλοιπο της ζωής δεν φαίνεται τιμή.
امروز تو را دسترس فردا نیست
واندیشهٔ فردات به جز سودا نیست
ضایع مکن این دم ار دلت شیدا نیست
کاین باقی عمر را بها پیدا نیست
Ω εσύ που ήρθες φλογισμένος απ’ τον πνευματικό κόσμο,
σαστισμένος μες στα πέντε και τα τέσσερα και τα έξι κι εφτά,
πιες κρασί: δεν ξέρεις από πού ήρθες·
να ’σαι χαρούμενος: δεν ξέρεις πού θα πας.
ای آمده از عالم روحانی تفت
حیران شده در پنج و چهار و شش و هفت
می نوش ندانی ز کجا آمده‌ای
خوش باش ندانی به کجا خواهی رفت
Ω ουράνιε τροχέ, η ερήμωση είναι απ’ το μίσος σου,
η αδικία είναι η αρχαία σου συνήθεια·
ω χώμα, αν άνοιγαν τα στήθη σου,
πόσα πολύτιμα πετράδια θα ’βρισκαν μέσα σου!
ای چرخ فلک خرابی از کینهٔ توست
بیدادگری شیوهٔ دیرینهٔ توست
ای خاک اگر سینه تو بشکافند
بس گوهر قیمتی که در سینهٔ توست
Ω καρδιά, όταν ο καιρός σε γεμίζει θλίψη
κι άξαφνα φύγει απ’ το κορμί η αγνή σου ψυχή,
κάθισε στη χλόη και ζήσε χαρούμενα λίγες μέρες,
προτού η χλόη φυτρώσει απ’ το χώμα σου.
ای دل چو زمانه می‌کند غمناکت
ناگه برود ز تن روان پاکت
بر سبزه نشین و خوش بزی روزی چند
زآن پیش که سبزه بر دمد از خاکت
Ετούτη η θάλασσα του Είναι βγήκε απ’ την κρυψώνα,
μα δεν υπάρχει κανείς που να τρύπησε το μαργαριτάρι της γνώσης·
καθένας είπε κάτι απ’ τη δική του ψευδαίσθηση,
μα πώς είναι στ’ αλήθεια κανείς δεν ξέρει να πει.
این بحر وجود آمده بیرون ز نهفت
کس نیست که این گوهر تحقیق بسفت
هر کس سخنی از سر سودا گفتند
زآن روی که هست کس نمی‌داند گفت
Ετούτη η στάμνα, σαν εμένα, ήταν κάποτε θλιμμένος εραστής,
δεμένος στα δεσμά των μαλλιών μιας ομορφιάς·
τούτο το χερούλι που βλέπεις στον λαιμό της
είναι χέρι που ακουμπούσε στον λαιμό μιας αγαπημένης.
این کوزه چو من عاشق زاری بوده‌ست
در بند سر زلف نگاری بوده‌ست
این دسته که بر گردن او می‌بینی
دستی‌ست که بر گردن یاری بوده‌ست
Ετούτη η στάμνα, που πίνει νερό ένας μεροκαματιάρης,
βγήκε απ’ το μάτι βασιλιά κι απ’ την καρδιά αυλικού·
κάθε κούπα κρασί στην παλάμη ενός μπεκρή
βγήκε απ’ το μάγουλο μεθυσμένης κι απ’ τα χείλη ντροπαλής.
این کوزه که آبخوارهٔ مزدوری‌ست
از دیدهٔ شاهی و دل دستوری‌ست
هر کاسهٔ می که بر کف مخموری‌ست
از عارض مستی و لب مستوری‌ست
Ετούτο το παλιό χάνι, που τ’ όνομά του είναι κόσμος,
το κατάλυμα του παρδαλού αλόγου της αυγής και της εσπέρας,
είναι γλέντι που απόμεινε από εκατό Τζαμσίντ,
παλάτι που στάθηκε στήριγμα σε εκατό Μπαχράμ.
این کهنه رباط را که عالم نام است
وآرامگه ابلق صبح و شام است
بزمی‌ست که واماندۀ صد جمشید است
قصری‌ست که تکیه‌گاه صد بهرام است
Ετούτες οι μια δυο τρεις μέρες, η βάρδια της ζωής, πέρασαν
σαν νερό στο ρυάκι και σαν άνεμος στον κάμπο·
ποτέ η θλίψη δυο ημερών δεν μου ’ρθε στον νου:
της μέρας που δεν ήρθε και της μέρας που πέρασε.
این یک دو سه روز نوبت عمر گذشت
چون آب به جویبار و چون باد به دشت
هرگز غم دو روز مرا یاد نگشت
روزی که نیامده‌ست و روزی که گذشت
Στο πρόσωπο του ρόδου η πνοή του Νορούζ είναι γλυκιά,
στο περιβόλι το χαρωπό πρόσωπο είναι γλυκό·
για το χθες που πέρασε ό,τι κι αν πεις δεν είναι γλυκό,
να ’σαι χαρούμενος και για το χθες μη μιλάς, γιατί το σήμερα είναι γλυκό.
بر چهرۀ گل نسیم نوروز خوش است
در صحن چمن روی دل‌افروز خوش است
از دی که گذشت هر چه گویی خوش نیست
خوش باش و ز دی مگو که امروز خوش است
Πριν από μένα κι εσένα υπήρξε νύχτα και μέρα,
κι ο τροχός τ’ ουρανού κι εκείνος ήταν στη δουλειά του·
όπου κι αν πατήσεις πάνω στο πρόσωπο της γης,
εκεί ήταν η κόρη ματιού κάποιας ομορφιάς.
پیش از من و تو لیل و نهاری بوده‌ست
گردنده فلک نیز بکاری بوده است
هرجا که قدم نهی تو بر روی زمین
آن مردمک چشم نگاری بوده‌ست
Ως πότε θα ρίχνω πλίθρες στο πρόσωπο των θαλασσών;
Σιχάθηκα τους ειδωλολάτρες του ναού.
Χαγιάμ, ποιος είπε πως ο μεθυσμένος θα ’ναι στην κόλαση;
Ποιος πήγε στην κόλαση, και ποιος ήρθε απ’ τον παράδεισο;
تا چند زنم به روی دریاها خشت
بیزار شدم ز بت‌پرستان کنشت
خیام ، که گفت دوزخی خواهد بود
که رفت به دوزخ و که آمد ز بهشت
Η σύνθεση ετούτης της κούπας που δέθηκε μαζί,
το να τη σπάσει δεν το επιτρέπει ούτε ο μεθυσμένος·
τόσα πανέμορφα κεφάλια και πόδια κι χέρια,
από αγάπη ποιανού δέθηκαν κι από μίσος ποιανού έσπασαν;
ترکیب پیاله‌ای که در هم پیوست
بشکستن آن روا نمی‌دارد مست
چندین سر و پای نازنین از سر و دست
از مهر که پیوست و به کین که شکست
Αφού η σύνθεση των στοιχείων είναι μια στιγμή για το κέφι σου,
πήγαινε, ζήσε χαρούμενος, κι ας είναι πάνω σου αδικία·
να ’σαι με τους ανθρώπους του νου, γιατί η ρίζα του κορμιού σου
είναι σκόνη κι αύρα κι κονιορτός και μια πνοή.
ترکیب طبایع چو به کام تو دمی‌ست
رو شاد بزی اگرچه بر تو ستمی‌ست
با اهل خرد باش که اصل تن تو
گردی و نسیمی و غباری و دمی‌ست
Όταν το σύννεφο στο Νορούζ έπλυνε το πρόσωπο της τουλίπας,
σήκω και για την κούπα του κρασιού πάρε σταθερή απόφαση,
γιατί ετούτη η χλόη που σήμερα είναι ο τόπος του γλεντιού σου,
αύριο όλη θα φυτρώσει απ’ το χώμα σου.
چون ابر به نوروز رخ لاله بشست
برخیز و به جام باده کن عزم درست
کاین سبزه که امروز تماشاگه توست
فردا همه از خاک تو برخواهد رست
Όταν το μεθυσμένο αηδόνι βρήκε δρόμο στον κήπο,
βρήκε το πρόσωπο του ρόδου και την κούπα του κρασιού να γελούν·
ήρθε και με τη γλώσσα της κατάστασής του στ’ αυτί μου είπε:
άδραξε, γιατί τη ζωή που πέρασε δεν την ξαναβρίσκεις.
چون بلبل مست راه در بستان یافت
روی گل و جام باده را خندان یافت
آمد به زبان حال در گوشم گفت
دریاب که عمر رفته را نتوان یافت
Αφού ο τροχός δεν γύρισε στο κέφι κανενός σοφού,
μέτρα τους ουρανούς εφτά ή θέλε τους οχτώ·
αφού πρέπει να πεθάνεις κι όλες τις επιθυμίες ν’ αφήσεις,
τι το μυρμήγκι να σε φάει στον τάφο, τι ο λύκος στον κάμπο.
چون چرخ به کام یک خردمند نگشت
خواهی تو فلک هفت شمر خواهی هشت
چون باید مرد و آرزوها همه هشت
چه مور خورد به گور و چه گرگ به دشت
Σαν την τουλίπα στο Νορούζ πάρε το κύπελλο στο χέρι,
με μια τουλιπόμορφη αν έχεις την ευκαιρία·
πιες κρασί με χαρά, γιατί τούτος ο παλιός τροχός
άξαφνα θα σε ρίξει χαμηλά σαν χώμα.
چون لاله به نوروز قدح گیر به دست
با لاله‌رخی اگر تو را فرصت هست
می نوش به خرمی که این چرخ کهن
ناگاه تو را چو خاک گرداند پست
Αφού ούτε αλήθεια ούτε βεβαιότητα είναι στο χέρι,
δεν μπορείς μια ζωή να κάθεσαι με την ελπίδα της αμφιβολίας·
έλα, ας μην αφήσουμε την κούπα του κρασιού απ’ την παλάμη,
στην άγνοια τι ο νηφάλιος τι ο μεθυσμένος.
چون نیست حقیقت و یقین اندر دست
نتوان به امید شک همه عمر نشست
هان تا ننهیم جام می از کف دست
در بی‌خبری مرد چه هشیار و چه مست
Αφού απ’ όλα όσα υπάρχουν, εκτός απ’ τον άνεμο, τίποτα στο χέρι,
αφού σε καθετί που υπάρχει είναι ελάττωμα και θραύση,
φαντάσου πως καθετί που υπάρχει στον κόσμο δεν υπάρχει,
νόμισε πως καθετί που δεν υπάρχει στον κόσμο υπάρχει.
چون نیست ز هرچه هست جز باد به دست
چون هست به هرچه هست نقصان و شکست
انگار که هرچه هست در عالم نیست
پندار که هرچه نیست در عالم هست
Το χώμα που είναι κάτω απ’ το πόδι κάθε αδαούς
είναι παλάμη ενός ειδώλου και πρόσωπο μιας αγαπημένης·
κάθε πλίθρα που είναι στις επάλξεις κάποιου ανακτόρου
είναι δάχτυλο βεζίρη ή κεφάλι σουλτάνου.
خاکی که به زیر پای هر نادانی‌ست
کفّ صنمیّ و چهرهٔ جانانی‌ست
هر خشت که بر کنگرهٔ ایوانی‌ست
انگشت وزیر یا سر سلطانی‌ست
Ο κάτοχος, αφού συνέθεσε το κτίσμα των στοιχείων,
για ποιον λόγο το έρριξε στην έλλειψη και το ελάττωμα;
Αν βγήκε καλό, το να το σπάσει για ποιον λόγο ήταν;
Κι αν δεν βγήκε καλή ετούτη η μορφή, ποιανού είναι το φταίξιμο;
دارنده چو ترکیب طبایع آراست
از بهر چه اوفکندش اندر کم و کاست
گر نیک آمد شکستن از بهر چه بود
ور نیک نیامد این صور عیب که راست
Στο παραπέτασμα των μυστικών κανείς δεν έχει δρόμο,
γι’ αυτή την πλεκτάνη η ψυχή κανενός δεν γνωρίζει·
εκτός απ’ την καρδιά του χώματος δεν υπάρχει κατάλυμα·
πιες κρασί, γιατί τέτοιοι μύθοι δεν είναι σύντομοι.
در پردۀ اسرار کسی را ره نیست
زین تعبیه جان هیچ‌کس آگه نیست
جز در دل خاک هیچ منزلگه نیست
می خور که چنین فسانه‌ها کوته نیست
Στον ύπνο ήμουν και μου είπε ένας σοφός:
απ’ τον ύπνο κανενός δεν άνθισε το ρόδο της χαράς·
γιατί κάνεις πράγμα που είναι ταίρι με τον θάνατο;
Πιες κρασί, γιατί κάτω απ’ το χώμα πρέπει να κοιμηθείς.
در خواب بدم مرا خردمندی گفت
کز خواب کسی را گل شادی نشکفت
کاری چه کنی که با اجل باشد جفت؟
می خور که به زیر خاک می‌باید خفت
Στον κύκλο όπου είναι ο ερχομός κι ο φευγιός μας,
δεν του φαίνεται ούτε αρχή ούτε τέλος·
κανείς μια στιγμή δεν λέει σ’ αυτό το νόημα σωστά:
από πού είναι τούτος ο ερχομός και πού ο φευγιός.
در دایره‌ای که آمد و رفتن ماست
او را نه بدایت نه نهایت پیداست
کس می‌نزند دمی در این معنی راست
کاین آمدن از کجا و رفتن به کجاست
Αν την άνοιξη ένα είδωλο, από πλάσμα χουρί,
μου δώσει ένα κύπελλο κρασί στην άκρη του χωραφιού,
όσο κι αν στα μάτια του πλήθους ετούτο είναι αισχρό,
σκύλος να ’μαι χειρότερος αν προφέρω το όνομα του παραδείσου.
در فصل بهار اگر بتی حور سرشت
یک ساغر می دهد مرا بر لب کشت
هر چند به نزد عامه این باشد زشت
سگ به ز من است اگر برم نام بهشت
Άδραξε πως θα φύγεις χωρισμένος απ’ την ψυχή,
στο παραπέτασμα των μυστικών της ανυπαρξίας θα φύγεις·
πιες κρασί: δεν ξέρεις από πού ήρθες·
να ’σαι χαρούμενος: δεν ξέρεις πού θα πας.
دریاب که از روح جدا خواهی رفت
در پردۀ اسرار فنا خواهی رفت
می نوش ندانی از کجا آمده‌ای
خوش باش ندانی به کجا خواهی رفت
Σάκη, το ρόδο κι η χλόη έγιναν τόσο χαρωπά,
άδραξε, γιατί σε μιαν άλλη βδομάδα έγιναν χώμα·
πιες κρασί και κόψε ένα ρόδο, γιατί ώσπου να κοιτάξεις
το ρόδο έγινε χώμα κι η χλόη σκουπίδι.
ساقی گل و سبزه بس طربناک شده‌ست
دریاب که هفته دگر خاک شده‌ست
می نوش و گلی بچین که تا درنگری
گل خاک شده‌ست و سبزه خاشاک شده‌ست
Χρόνια η ζωή μου είναι σκοτεινή κι η δουλειά μου όχι ίσια,
ο μόχθος όλος αυξημένος κι η ανάπαυση σε έλλειψη·
δόξα στον Θεό, που ό,τι είναι αιτία της συμφοράς,
δεν χρειάζεται να το ζητήσουμε από κανέναν άλλον.
عمری‌ست مرا تیره و کاری‌ست نه راست
محنت همه افزوده و راحت کم و کاست
شکر ایزد را که آنچه اسباب بلاست
ما را ز کس دگر نمی‌باید خواست
Η εποχή του ρόδου κι η άκρη του ρυακιού κι το χείλος του χωραφιού,
με έναν δυο τρεις φίλους και μια κούκλα από πλάσμα χουρί·
φέρε το κύπελλο, γιατί όσοι πίνουν το πρωινό κρασί
είναι λυτρωμένοι απ’ το τζαμί κι ελεύθεροι απ’ τον ναό.
فصل گل و طرف جویبار و لب کشت
با یک دو سه اهل و لعبتی حورسرشت
پیش آر قدح که باده‌نوشان صبوح
آسوده ز مسجدند و فارغ ز کنشت
Κι αν το κλαδί της διάρκειας φύτρωσε απ’ τη ρίζα της τύχης σου,
κι αν στο κορμί σου η ζωή είναι εφαρμοστό ρούχο,
στη σκηνή του κορμιού που σου είναι στέγαστρο,
έλα, μη στηρίζεσαι: τα τέσσερα καρφιά της είναι σαθρά.
گر شاخ بقا ز بیخ بختت رستست
ور بر تن تو عمر لباسی چستست
در خیمه تن که سایبانی‌ست ترا
هان تکیه مکن که چارمیخش سستست
Λένε οι άνθρωποι: ο παράδεισος με το χουρί είναι γλυκός·
εγώ λέω: ο χυμός του σταφυλιού είναι γλυκός.
Πάρε τούτο το μετρητό κι άσε το χέρι απ’ εκείνο το βερεσέ,
γιατί ο ήχος του τυμπάνου είναι γλυκός ν’ ακούγεται από μακριά.
گویند کسان بهشت با حور خوش است
من می‌گویم که آب انگور خوش است
این نقد بگیر و دست از آن نسیه بدار
کآواز دهل شنیدن از دور خوش است
Μου λένε πως ο μεθυσμένος θα ’ναι στην κόλαση·
λόγος είναι σφαλερός, καρδιά σ’ αυτόν δεν δένεις·
αν εραστές και μπεκρήδες ήταν στην κόλαση,
αύριο θα ’βλεπες τον παράδεισο σαν την παλάμη.
گویند مرا که دوزخی باشد مست
قولی‌ست خلاف ، دل در آن نتوان بست
گر عاشق و میخواره به دوزخ باشند
فردا بینی بهشت همچون کف دست
Εγώ τίποτα δεν ξέρω: εκείνος που με έπλασε
με έκανε απ’ τους ανθρώπους του παραδείσου ή της άσχημης κόλασης;
Μια κούπα κι ένα είδωλο κι ένα μπαρμπάτ στο χείλος του χωραφιού —
τούτα τα τρία μου είναι μετρητά, κι ο παράδεισος για σένα βερεσέ.
من هیچ ندانم که مرا آن‌که سرشت
از اهل بهشت کرد یا دوزخ زشت
جامی و بتی و بربطی بر لب کشت
این هرسه مرا نقد و تو را نسیه بهشت
Το φεγγαρόφωτο με το φως του έσκισε το κράσπεδο της νύχτας·
πιες κρασί, στιγμή καλύτερη απ’ αυτή δεν βρίσκεις·
να ’σαι χαρούμενος και μη σκέφτεσαι, γιατί το φεγγαρόφωτο για καιρό
πάνω στο χώμα του καθενός, έναν έναν, θα λάμπει.
مهتاب به نور دامن شب بشکافت
می نوش دمی بهتر از این نتوان یافت
خوش باش و میندیش که مهتاب بسی
اندر سر خاک یک به یک خواهد تافت
Το να πίνω κρασί και να ’μαι χαρούμενος είναι το τυπικό μου,
το να ’μαι λυτρωμένος απ’ την απιστία και τη θρησκεία είναι η θρησκεία μου·
είπα στη νύφη του καιρού: ποια είναι η προίκα σου;
Είπε: η εύθυμη καρδιά σου είναι η προίκα μου.
می خوردن و شاد بودن آیین من است
فارغ بودن ز کفر و دین دین من است
گفتم به عروس دهر کابین تو چیست
گفتا دل خرم تو کابین من است
Το κρασί είναι λιωμένο ρουμπίνι κι η φιάλη είναι μεταλλείο,
σώμα είναι η κούπα και το κρασί της ψυχή·
εκείνο το κρυστάλλινο κύπελλο που γελάει απ’ το κρασί
είναι δάκρυ όπου το αίμα της καρδιάς είναι κρυμμένο.
می لعل مذاب است و صراحی کان است
جسم است پیاله و شرابش جان است
آن جام بلورین که ز می خندان است
اشکی است که خون دل در او پنهان است
Πιες κρασί, γιατί η αιώνια ζωή είναι ετούτο·
η ίδια η συγκομιδή σου απ’ τα νιάτα είναι ετούτο·
την εποχή του ρόδου, του κρασιού και των μεθυσμένων φίλων,
να ’σαι χαρούμενος μια στιγμή, γιατί η ζωή είναι ετούτο.
می نوش که عمر جاودانی این است
خود حاصلت از دور جوانی این است
هنگام گل و باده و یاران سرمست
خوش باش دمی که زندگانی این است
Το καλό και το κακό που είναι στη φύση του ανθρώπου,
η χαρά κι η θλίψη που είναι στην ειμαρμένη και τη μοίρα,
μην τα φορτώνεις στον τροχό, γιατί στον δρόμο του νου
ο τροχός είναι χίλιες φορές πιο αβοήθητος από σένα.
نیکی و بدی که در نهاد بشر است
شادی و غمی که در قضا و قدر است
با چرخ مکن حواله کاندر ره عقل
چرخ از تو هزار بار بیچاره‌تر است
Σε κάθε κάμπο όπου υπήρξε ένας τουλιπώνας,
ήταν απ’ το πορφυρό αίμα κάποιου ηγεμόνα·
κάθε κλωνί βιολέτας που φυτρώνει απ’ τη γη
είναι ελιά που ήταν στο μάγουλο μιας ομορφιάς.
در هر دشتی که لاله‌زاری بوده‌ست
از سرخی خون شهریاری بوده‌ست
هر شاخ بنفشه کز زمین می‌روید
خالی‌ست که بر رخ نگاری بوده‌ست
Κάθε κόκκος που υπήρξε στο χώμα κάποιας γης,
πριν από μένα κι εσένα ήταν στέμμα και δαχτυλίδι·
τη σκόνη απ’ το πανέμορφο πρόσωπο τίναξέ την με σεβασμό,
γιατί κι αυτή ήταν μάγουλο κάποιας ωραίας ομορφιάς.
هر ذره که در خاک زمینی بوده‌ست
پیش از من و تو تاج و نگینی بوده‌ست
گرد از رخ نازنین به آزرم فشان
کآن هم رخ خوب نازنینی بوده‌ست
Κάθε χλόη που φύτρωσε στην άκρη ενός ρυακιού,
θαρρείς πως φύτρωσε απ’ τα χείλη κάποιου αγγελόμορφου·
μη βάλεις το πόδι στη χλόη περιφρονητικά,
γιατί εκείνη η χλόη φύτρωσε απ’ το χώμα κάποιας τουλιπόμορφης.
هر سبزه که بر کنار جویی رسته‌ست
گویی ز لب فرشته‌خویی رسته‌ست
پا بر سر سبزه تا به خواری ننهی
کآن سبزه ز خاک لاله‌رویی رسته‌ست
Μια γουλιά κρασί είναι καλύτερη απ’ το βασίλειο του Καβούς,
καλύτερη απ’ τον θρόνο του Κομπάντ κι απ’ την επικράτεια της Τους·
κάθε στεναγμός που ένας μπεκρής βγάζει την αυγή
είναι καλύτερος απ’ τη λατρεία των υποκριτών ασκητών.
یک جرعهٔ می ز ملک کاووس به است
از تخت قباد و ملکت طوس به است
هر ناله که رندی به سحرگاه زند
از طاعت زاهدان سالوس به است
Όταν η ζωή φτάσει στο τέλος, τι το γλυκό τι το πικρό·
όταν η κούπα γεμίσει, τι η Βαγδάτη τι η Βαλχ·
πιες κρασί, γιατί μετά από μένα κι εσένα το φεγγάρι για καιρό
απ’ το τέλος στη νέα σελήνη θα ’ρθει, απ’ τη νέα σελήνη στο τέλος.
چون عمر به سر رسد چه شیرین و چه تلخ
پیمانه چو پر شود چه بغداد و چه بلخ
می نوش که بعد از من و تو ماه بسی
از سَلخ به غٌرّه آید از غره به سلخ
Εκείνοι που έγιναν πέλαγος σοφίας και παιδείας,
στη σύναξη της τελειότητας κερί των συντρόφων,
δρόμο απ’ αυτή τη σκοτεινή νύχτα δεν βρήκαν προς τα έξω:
είπαν έναν μύθο και βυθίστηκαν στον ύπνο.
آنان که محیط فضل و آداب شدند
در جمع کمال شمع اصحاب شدند
ره زین شب تاریک نبردند برون
گفتند فسانه‌ای و در خواب شدند
Εκείνους που τους κάλπασαν στην έρημο των αιτίων,
δίχως αυτούς όλες τις δουλειές τις τακτοποίησαν·
σήμερα κάποια πρόφαση την πέταξαν μπροστά,
κι αύριο όλα θα ’ναι εκείνα που από πριν κανόνισαν.
آن را که به صحرای علل تاخته‌اند
بی او همه کارها بپرداخته‌اند
امروز بهانه‌ای درانداخته‌اند
فردا همه آن بود که درساخته‌اند
Εκείνοι που γέρασαν κι ετούτοι που είναι νέοι,
καθένας για τον πόθο του τρέχει μια δρασκελιά·
τούτος ο παλιός κόσμος σε κανέναν δεν μένει παντοτινός:
έφυγαν, κι εμείς φεύγουμε, άλλοι θα ’ρθουν και θα φύγουν.
آن‌ها که کهن شدند و این‌ها که نوند
هر کس به مراد خویش یک تک به دوند
این کهنه‌جهان به کس نماند باقی
رفتند و رویم دیگر آیند و روند
Εκείνος που έθεσε τη γη και τον τροχό και τα ουράνια,
πόσο καψίματα έβαλε στη θλιμμένη καρδιά·
πολλά χείλη σαν ρουμπίνι και μαλλιά σαν μόσχο
έβαλε στο τύμπανο της γης και στο κουτί του χώματος.
آن‌کس که زمین و چرخ و افلاک نهاد
بس داغ که او بر دل غمناک نهاد
بسیار لب چو لعل و زلفین چو مشک
در طبل زمین و حقهٔ خاک نهاد
Φέρνουν έναν κι αρπάζουν έναν άλλον,
σε κανέναν δεν φανερώνουν το μυστικό·
σ’ εμάς απ’ τη μοίρα μόνο τούτο το μέτρο δείχνουν:
είναι η κούπα της ζωής μας που τη μετρούν.
آرند یکی و دیگری بربایند
بر هیچ‌کسی راز همی‌نگشایند
ما را ز قضا جز این قدر ننمایند
پیمانهٔ عمر ماست می‌پیمایند
Τ’ άστρα, που είναι οι κάτοικοι ετούτου του θόλου,
είναι αιτία δισταγμού για τους σοφούς·
έλα, μη χάσεις την άκρη του νήματος του νου,
γιατί κι εκείνοι που κυβερνούν είναι ζαλισμένοι.
اجرام که ساکنان این ایوان‌اند
اسباب تردد خردمندان‌اند
هان تا سر رشتهٔ خرد گم نکنی
کآنان که مدبرند سرگردان‌اند
Απ’ τον ερχομό μου ο ουρανός δεν είχε κέρδος,
κι απ’ τον φευγιό μου η δόξα κι η αίγλη του δεν αυξήθηκαν·
κι από κανέναν ακόμη τ’ αυτιά μου δεν άκουσαν
γιατί ήταν ετούτος ο ερχομός κι ο φευγιός μου.
از آمدنم نبود گردون را سود
وز رفتن من جلال و جاهش نفزود
وز هیچ کسی نیز دو گوشم نشنود
کاین آمدن و رفتنم از بهر چه بود
Απ’ τον μόχθο που τραβάει ο άνθρωπος ελεύθερος γίνεται,
η σταγόνα, σαν υπομείνει τη φυλακή του κοχυλιού, μαργαριτάρι γίνεται·
κι αν το βιος δεν μείνει, ας μείνει το κεφάλι στη θέση του·
η κούπα σαν αδειάσει, πάλι θα ξαναγεμίσει.
از رنج کشیدن آدمی حر گردد
قطره چو کشد حبس صدف در گردد
گر مال نماند سر بماناد به جای
پیمانه چو شد تهی دگر پر گردد
Αλίμονο, το κεφάλαιο γλίστρησε απ’ το χέρι,
κι απ’ το χέρι του θανάτου πόσα συκώτια ματώθηκαν·
κανείς δεν ήρθε απ’ εκείνον τον κόσμο για να τον ρωτήσω
πώς πάει το χάλι των ταξιδιωτών ετούτου του κόσμου.
افسوس که سرمایه ز کف بیرون شد
وز دست اجل بسی جگرها خون شد
کس نآمد از آن جهان که پرسم از وی
کاحوال مسافران دنیا چون شد
Αλίμονο, το γράμμα της νιότης τυλίχτηκε,
κι εκείνη η δροσερή άνοιξη της ζωής έγινε χειμώνας·
εκείνο το πουλί της χαράς που τ’ όνομά του ήταν νιότη —
αλίμονο, δεν ξέρω πότε ήρθε και πότε έφυγε.
افسوس که نامهٔ جوانی طی شد
و آن تازه بهار زندگانی دی شد
آن مرغ طرب که نام او بود شباب
افسوس ندانم که کی آمد کی شد
Θα ’ρθει ώρα που δεν θα υπάρχουμε κι ο κόσμος θα υπάρχει,
ούτε όνομα από μας ούτε ίχνος θα υπάρχει·
πριν απ’ αυτό δεν υπήρχαμε και δεν έλειψε τίποτε·
μετά απ’ αυτό σαν δεν υπάρχουμε, το ίδιο θα ’ναι.
ای بس که نباشیم و جهان خواهد بود
نی نام ز ما و نی‌ نشان خواهد بود
زین پیش نبودیم و نبد هیچ خلل
زین پس چو نباشیم همان خواهد بود
Ετούτος ο νους που τρέχει στον δρόμο της ευτυχίας,
τη μέρα εκατό φορές ο ίδιος σού λέει:
άδραξε τούτη τη μια στιγμή του καιρού σου, γιατί δεν είσαι
εκείνο το πράσο που το θερίζουν και πάλι φυτρώνει.
این عقل که در ره سعادت پوید
روزی صد بار خود تو را می‌گوید
دریاب تو این یک دم وقتت که نه‌ای
آن تره که بدروند و دیگر روید
Ετούτο το καραβάνι της ζωής παράξενα περνάει·
άδραξε μια στιγμή που με χαρά περνάει·
σάκη, τη θλίψη του αύριου των συντρόφων τι την τρως;
Φέρε το κύπελλο, γιατί η νύχτα περνάει.
این قافلهٔ عمر عجب می‌گذرد
دریاب دمی که با طرب می‌گذرد
ساقی غم فردای حریفان چه خوری
پیش آر پیاله را که شب می‌گذرد
Στην πλάτη μου απ’ τον καιρό εσύ έρχεσαι,
κι από μένα κάθε δουλειά βγαίνει άσχημη·
η ψυχή αποφάσισε ν’ αναχωρήσει, κι είπα: μη φεύγεις·
είπε: τι να κάνω — το σπίτι γκρεμίζεται.
بر پشت من از زمانه تو می‌آید
وز من همه کار نانکو می‌آید
جان عزم رحیل کرد و گفتم بمرو
گفتا چه کنم خانه فرومی‌آید
Στον τροχό τ’ ουρανού κανείς δεν νίκησε,
κι απ’ το να τρώει ανθρώπους η γη δεν χόρτασε·
καμαρώνεις που δεν σε έχει φάει —
μη βιάζεσαι, θα σε φάει κι εσένα, δεν άργησε.
بر چرخ فلک هیچ کسی چیر نشد
وز خوردن آدمی زمین سیر نشد
مغرور بدانی که نخورده‌ست تو را
تعجیل مکن هم بخورد دیر نشد
Κι αν μπρος στο μάτι σου τον κόσμο τον στολίζουν,
μη λαχταράς γι’ αυτόν, γιατί οι νουνεχείς δεν λαχταρούν·
πολλοί σαν εσένα φεύγουν και πολλοί έρχονται·
άρπαξε το μερίδιό σου προτού σ’ αρπάξουν.
بر چشم تو عالم ارچه می‌آرایند
مگرای بدان که عاقلان نگرایند
بسیار چو تو روند و بسیار آیند
بربای نصیب خویش کت بربایند
Αφού το κοντύλι της μοίρας πάνω μου το σέρνουν δίχως εμένα,
τότε το καλό και το κακό του γιατί από μένα το ζητούν;
Χθες δίχως εμένα, και σήμερα σαν το χθες δίχως εμένα κι εσένα·
αύριο με ποιο επιχείρημα στον κριτή θα με καλέσουν;
بر من قلم قضا چو بی من رانند
پس نیک و بدش ز من چرا می‌دانند
دی بی من و امروز چو دی بی من و تو
فردا به چه حجتم به داور خوانند
Ως πότε αιχμάλωτος του χρώματος και της οσμής θα γίνεσαι;
Ως πότε πίσω από κάθε άσχημο κι όμορφο θα τρέχεις;
Κι αν είσαι η πηγή του Ζαμζάμ κι αν το νερό της ζωής,
στο τέλος στην καρδιά του χώματος θα κατέβεις.
تا چند اسیر رنگ و بو خواهی شد
چند از پی هر زشت و نکو خواهی شد
گر چشمهٔ زمزمی و گر آب حیات
آخر به دل خاک فروخواهی شد
Ώσπου τον δρόμο του καλαντάρη να μη διαβείς, δεν γίνεται·
ώσπου το πρόσωπο με το αίμα της καρδιάς να μη πλύνεις, δεν γίνεται·
γιατί μαγειρεύεις ψευδαισθήσεις; Ώσπου, σαν οι καρδιοκαμένοι,
ελεύθερα τον εαυτό σου να μην απαρνηθείς, δεν γίνεται.
تا راه قلندری نپویی نشود
رخساره بخون دل نشویی نشود
سودا چه پزی تا که چو دلسوختگان
آزاد به ترک خود نگویی نشود
Αφότου η Αφροδίτη κι η σελήνη φάνηκαν στον ουρανό,
καλύτερο απ’ το ατόφιο κρασί κανείς τίποτε δεν είδε·
απορώ με τους κρασοπώλες: εκείνοι,
απ’ αυτό που πουλούν τι καλύτερο θα θελήσουν ν’ αγοράσουν;
تا زهره و مه در آسمان گشت پدید
بهتر ز می ناب کسی هیچ ندید
من در عجبم ز می‌فروشان کایشان
به زآن‌که فروشند چه خواهند خرید
Αφού τον βίο και τη ζωή περισσότερα ή λιγότερα δεν κάνεις,
την καρδιά με το λίγο και το πολύ σκυθρωπή δεν κάνεις·
η δουλειά η δική μου κι η δική σου, όπως το θέλω εγώ κι εσύ,
ούτε απ’ το κερί με το ίδιο σου το χέρι δεν την κάνεις.
چون روزی و عمر بیش و کم نتوان کرد
دل را به کم و بیش دژم نتوان کرد
کار من و تو چنان‌که رای من و توست
از موم به دست خویش هم نتوان کرد
Ο Ζωντανός που με τη δύναμη πλάθει κεφάλι και πρόσωπο,
ο ίδιος πάντοτε πλάθει και τη δουλειά του εχθρού·
λένε πως ο σταμνάς δεν ήταν μουσουλμάνος —
γι’ αυτόν εσύ τι λες, όταν πλάθει κολοκύθα;
حیی که به قدرت سر و رو می‌سازد
همواره همو کار عدو می‌سازد
گویند قرابه‌گر مسلمان نبود
او را تو چه گویی که کدو می‌سازد
Στον κόσμο, όταν δώσουν την είδηση για το φρέσκο ρόδο,
πρόσταξε, αγαπημένη, να δίνουν κρασί με το μέτρο·
για το χουρί και τα παλάτια και τον παράδεισο και την κόλαση
κάθισε ξέγνοιαστος, γιατί όλα αυτά είναι φήμες.
در دهر چو آواز گل تازه دهند
فرمای بتا که می به‌اندازه دهند
از حور و قصور و ز بهشت و دوزخ
فارغ بنشین که آن هر آوازه دهند
Στον κόσμο όποιος έχει μισό ψωμί
κι έχει για κατάλυμα κάποια φωλιά,
δεν είναι ούτε κανενός υπηρέτης ούτε κανενός αφέντης·
πες του: ζήσε χαρούμενος, γιατί έχει καλόν κόσμο.
در دهر هر آن‌که نیم‌نانی دارد
از بهر نشست آشیانی دارد
نه خادم کس بود نه مخدوم کسی
گو شاد بزی که خوش‌جهانی دارد
Ο ζευγολάτης της μοίρας πολλά σαν εμάς έσπειρε και θέρισε·
το να τρως θλίψη μάταια δεν έχει όφελος·
γέμισε την κούπα με κρασί, βάλ’ τη γρήγορα στην παλάμη μου,
να ξαναπιώ, γιατί όσα ήταν να γίνουν όλα έγιναν.
دهقان قضا بسی چو ما کشت و درود
غم خوردن بیهوده نمی‌دارد سود
پر کن قدح می به کفم درنه زود
تا باز خورم که بودنی‌ها همه بود
Μέρα όμορφη, κι ο αέρας ούτε ζεστός ούτε κρύος·
το σύννεφο απ’ το πρόσωπο του ανθώνα ξεπλένει τη σκόνη·
το αηδόνι με τη γλώσσα της κατάστασής του, στο κίτρινο ρόδο,
κραυγάζει πως πρέπει να πιεις κρασί.
روزی‌ست خوش و هوا نه گرم است و نه سرد
ابر از رخ گلزار همی‌شوید گرد
بلبل به زبان حال خود با گل زرد
فریاد همی‌کند که می باید خورد
Προτού στο κεφάλι σου κάνουν έφοδο,
πρόσταξε να φέρουν το ροδόχρωμο κρασί·
δεν είσαι χρυσάφι, ω αμέριμνε αδαή, να σε
θάψουν στο χώμα και πάλι να σε βγάλουν.
زآن پیش که بر سرت شبیخون آرند
فرمای که تا بادهٔ گلگون آرند
تو زر نه‌ای ای غافل نادان که تو را
در خاک نهند و باز بیرون آرند
Ως πότε ο βίος σου στην αυταρέσκεια θα περνάει,
ή στο κυνήγι της ανυπαρξίας και της ύπαρξης θα περνάει;
Πιες κρασί, γιατί μια ζωή που ο θάνατος την κυνηγάει,
καλύτερα να περάσει στον ύπνο ή στη μέθη.
عمرت تا کی به خودپرستی گذرد
یا در پی نیستی و هستی گذرد
می نوش که عمری که اجل در پی اوست
آن به که به خواب یا به مستی گذرد
Κανείς τη δυσκολία των μυστικών του θανάτου δεν έλυσε,
κανείς ένα βήμα έξω απ’ τον κύκλο δεν έβαλε·
κοιτάζω απ’ τον αρχάριο ως τον δάσκαλο:
ανημπόρια είναι στο χέρι καθενός που γεννήθηκε από μάνα.
کس مشکل اسرار اجل را نگشاد
کس یک قدم از دایره بیرون ننهاد
من می‌نگرم ز مبتدی تا استاد
عجز است به دست هرکه از مادر زاد
Λιγόστεψε τον πόθο για τον κόσμο και ζήσε ικανοποιημένος·
απ’ το καλό και το κακό του καιρού κόψε τον δεσμό·
κρασί στην παλάμη και τα μαλλιά μιας αγαπημένης κράτα, γιατί γρήγορα
κι αυτά θα περάσουν και δεν θα μείνουν ετούτες οι λίγες μέρες.
کم کن طمع از جهان و می‌زی خرسند
از نیک و بد زمانه بگسل پیوند
می در کف و زلف دلبری گیر که زود
هم بگذرد و نماند این روزی چند
Κι αν η θλίψη κι ο μόχθος μου έχει διάρκεια,
η ευθυμία κι η χαρά σου κρατάει το κεφάλι ψηλά·
σε κανένα απ’ τα δυο μη στηρίζεσαι, γιατί ο τροχός τ’ ουρανού
πίσω απ’ το παραπέτασμα χίλιων λογιών παιχνίδι έχει.
گرچه غم و رنج من درازی دارد
عیش و طرب تو سرفرازی دارد
بر هر دو مکن تکیه که دوران فلک
در پرده هزار گونه بازی دارد
Ο ουρανός απ’ τη γη κανένα λουλούδι δεν σηκώνει,
που να μη το σπάσει και πάλι στη γη να μη το παραδώσει·
αν το σύννεφο σαν νερό σήκωνε το χώμα,
ως την ανάσταση θα ’βρεχε το αίμα των αγαπημένων.
گردون ز زمین هیچ گلی برنارد
کش نشکند و هم به زمین نسپارد
گر ابر چو آب خاک را بردارد
تا حشر همه خون عزیزان بارد
Αν μια ανάσα σου απ’ τη ζωή περνάει,
μην αφήνεις παρά στη χαρά να περνάει·
πρόσεχε, γιατί το κεφάλαιο του πόθου του κόσμου
είναι ο βίος, κι όπως τον περνάς, έτσι περνάει.
گر یک نفست ز زندگانی گذرد
مگذار که جز به شادمانی گذرد
هشدار که سرمایهٔ سودای جهان
عمر است چنان کش گذرانی گذرد
Λένε: θα υπάρχει παράδεισος και μαυρομάτικο χουρί,
εκεί θα υπάρχει κρασί και γάλα και μέλι·
αν εμείς διαλέξαμε κρασί κι αγαπημένη, τι πειράζει;
Αφού στο τέλος η υπόθεση έτσι θα ’ναι.
گویند بهشت و حورعین خواهد بود
آنجا می و شیر و انگبین خواهد بود
گر ما می و معشوق گزیدیم چه باک
چون عاقبت کار چنین خواهد بود
Λένε: θα υπάρχει παράδεισος και χουρί και Κάουσαρ,
ποτάμι κρασί και γάλα και μέλι και ζάχαρη·
γέμισε την κούπα με κρασί και βάλ’ τη στο χέρι μου·
ένα μετρητό από χίλια βερεσέ πιο γλυκό είναι.
گویند بهشت و حور و کوثر باشد
جوی می و شیر و شهد و شکر باشد
پر کن قدح باده و بر دستم نه
نقدی ز هزار نسیه خوش‌تر باشد
Λένε πως όσοι με την εγκράτεια είναι,
όπως πεθαίνουν, έτσι θ’ αναστηθούν·
εμείς με το κρασί και την αγαπημένη γι’ αυτό είμαστε πάντα,
μπας και στην ανάσταση έτσι μας σηκώσουν.
گویند هر آن کسان که با پرهیزند
زآن‌سان که بمیرند چنان برخیزند
ما با می و معشوقه از آنیم مدام
باشد که به حشرمان چنان انگیزند
Πιες κρασί, γιατί απ’ την καρδιά το πλήθος και τη λειψότητα διώχνει,
και τη σκέψη για τα εβδομήντα δυο έθνη διώχνει·
μην αποφεύγεις εκείνη την αλχημεία που από αυτήν
μια γουλιά πίνεις — χίλιες αρρώστιες διώχνει.
می خور که ز دل کثرت و قلت ببرد
و اندیشه هفتاد و دو ملت ببرد
پرهیز مکن ز کیمیایی که از او
یک جرعه خوری هزار علت ببرد
Κάθε μυστικό που είναι στην καρδιά του σοφού
πρέπει να ’ναι πιο κρυμμένο κι απ’ τον Σιμούργκ·
γιατί στο κοχύλι απ’ την κρυψώνα μαργαριτάρι γίνεται
εκείνη η σταγόνα που είναι το μυστικό της καρδιάς της θάλασσας.
هر راز که اندر دل دانا باشد
باید که نهفته‌تر ز عنقا باشد
کاندر صدف از نهفتگی گردد در
آن قطره که راز دل دریا باشد
Κάθε πρωί, όταν το πρόσωπο της τουλίπας παίρνει δροσιά
και πάνω απ’ τη βιολέτα στο περιβόλι σκύβει,
τη δικαιοσύνη μού την τέρπει το μπουμπούκι,
που το κράσπεδό του το μαζεύει σφιχτά.
هر صبح که روی لاله شبنم گیرد
بالای بنفشه در چمن خم گیرد
انصاف مرا ز غنچه خوش می‌آید
کاو دامن خویشتن فراهم گیرد
Ποτέ η καρδιά μου απ’ τη γνώση δεν στερήθηκε,
λίγα απόμειναν απ’ τα μυστικά που δεν έγιναν γνωστά·
εβδομήντα δυο χρόνια στοχάστηκα νύχτα και μέρα,
κι έγινε γνωστό μου πως τίποτε δεν έγινε γνωστό.
هرگز دل من ز علم محروم نشد
کم ماند ز اسرار که معلوم نشد
هفتاد و دو سال فکر کردم شب و روز
معلومم شد که هیچ معلوم نشد
Και ο σπόρος της ελπίδας στ’ αλώνι θα μείνει,
και ο κήπος κι η κατοικία θα μείνουν δίχως εσένα και μένα·
τ’ ασήμι και το χρυσάφι σου, από ένα δίραμ ως ένα κριθαρόσπυρο,
με τον φίλο φάτο, αλλιώς στον εχθρό θα μείνει.
هم دانهٔ امید به خرمن ماند
هم باغ و سرای بی تو و من ماند
سیم و زر خویش از درمی تا به جوی
با دوست بخور گرنه به دشمن ماند
Οι ομόγνωμοι φίλοι όλοι απ’ το χέρι χάθηκαν,
κάτω απ’ το πόδι του θανάτου ένας ένας ταπεινώθηκαν·
ήπιαμε απ’ το ίδιο κρασί στη σύναξη της ζωής,
έναν δυο γύρους πιο μπροστά από μας μέθυσαν.
یاران موافق همه از دست شدند
در پای اجل یکان یکان پست شدند
خوردیم ز یک شراب در مجلس عمر
دوری دو سه پیشتر ز ما مست شدند
Μια κούπα κρασί εκατό καρδιές και θρησκείες αξίζει,
μια γουλιά κρασί το βασίλειο της Κίνας αξίζει·
εκτός απ’ το ρουμπινένιο κρασί δεν υπάρχει στο πρόσωπο της γης
πικράδα που χίλιες γλυκές ψυχές αξίζει.
یک جام شراب صد دل و دین ارزد
یک جرعهٔ می مملکت چین ارزد
جز بادهٔ لعل نیست در روی زمین
تلخی که هزار جان شیرین ارزد
Μια σταγόνα νερό ήταν και με τη θάλασσα έγινε·
ένας κόκκος χώματος με τη γη ένα έγινε·
ο ερχομός κι ο φευγιός σου σ’ αυτόν τον κόσμο τι είναι;
Ήρθε μια μύγα, φάνηκε — κι έγινε άφαντη.
یک قطرهٔ آب بود با دریا شد
یک ذرهٔ خاک با زمین یکتا شد
آمدشدن تو اندر این عالم چیست
آمد مگسی پدید و ناپیدا شد
Ένα ψωμί για δυο μέρες αν είχε ο άνθρωπος,
κι από μια σπασμένη στάμνα μια στιγμή κρύο νερό,
γιατί να ’ναι υπηρέτης χειρότερου του εαυτού του;
Ή γιατί να υπηρετεί κάποιον σαν τον εαυτό του;
یک نان به دو روز اگر بود حاصل مرد
از کوزه شکسته‌ای دمی آبی سرد
مأمور کم از خودی چرا باید بود
یا خدمت چون خودی چرا باید کرد
Εκείνο το ρουμπίνι μες στην απλή γυάλα φέρε,
κι εκείνον τον έμπιστο και σύντροφο κάθε ελεύθερου φέρε·
αφού ξέρεις πως η διάρκεια του χωμάτινου κόσμου
είναι άνεμος που γρήγορα περνάει — φέρε το κρασί.
آن لعل در آبگینهٔ ساده بیار
وآن محرم و مونس هر آزاده بیار
چون می‌دانی که مدت عالم خاک
باد است که زود بگذرد باده بیار
Για ό,τι είναι να γίνει, φίλε, τι έγνοια έχεις;
Και με μάταιη σκέψη την καρδιά και την ψυχή πληγώνεις;
Ζήσε χαρούμενος και τον κόσμο πέρνα τον με χαρά·
η βουλή δεν σκέφτηκαν μαζί σου την αρχή της δουλειάς.
از بودنی ای دوست چه داری تیمار
وز فکرت بیهوده دل و جان افکار
خرم بزی و جهان به شادی گذران
تدبیر نه با تو کرده‌اند اول کار
Τα ουράνια, που παρά τη θλίψη τίποτ’ άλλο δεν αυξάνουν,
δεν βάζουν κάτι στη θέση του χωρίς να ξαναρπάξουν·
αν οι μη γεννημένοι ήξεραν όσα εμείς
τραβάμε απ’ τον καιρό, δεν θα ’ρχονταν.
افلاک که جز غم نفزایند دگر
ننهند به جا تا نربایند دگر
ناآمدگان اگر بدانند که ما
از دهر چه می‌کشیم نایند دگر
Ω καρδιά, τη θλίψη γι’ αυτόν τον φθαρτό κόσμο μη τρως·
δεν είσαι μάταια — μάταιες θλίψεις μη τρως·
αφού ό,τι υπήρξε πέρασε κι ό,τι δεν υπάρχει δεν φανερώθηκε,
να ’σαι χαρούμενος, θλίψη για το ον και το μη ον μη τρως.
ای دل غم این جهان فرسوده مخور
بیهوده نه‌ای غمان بیهوده مخور
چون بوده گذشت و نیست نابوده پدید
خوش باش غم بوده و نابوده مخور
Ω καρδιά, όλα τα σύνεργα του κόσμου θεώρησέ τα κερδισμένα,
τον κήπο της χαράς σου θεώρησέ τον με χλόη στολισμένο·
κι έπειτα πάνω σ’ εκείνη τη χλόη μια νύχτα σαν δροσιά
θεώρησε τον εαυτό σου καθισμένο, και το πρωί σηκωμένο.
ایدل همه اسباب جهان خواسته گیر
باغ طربت به سبزه آراسته گیر
و آنگاه بر آن سبزه شبی چون شبنم
بنشسته و بامداد برخاسته گیر
Ετούτοι οι νεκροί των τάφων έγιναν χώμα και σκόνη,
κάθε κόκκος απ’ τον κάθε κόκκο ξεμάκρυνε·
αχ, τι κρασί είναι τούτο, που ως τη μέρα του λογαριασμού
είναι εκτός εαυτού κι αγνοούν τα πάντα;
این اهل قبور خاک گشتند و غبار
هر ذره ز هر ذره گرفتند کنار
آه این چه شراب است که تا روز شمار
بیخود شده و بی‌خبرند از همه کار
Η πλίθρα στο στόμιο του πιθαριού είναι καλύτερη απ’ το βασίλειο του Τζαμ,
η οσμή της κούπας καλύτερη απ’ την τροφή της Μαριάμ·
ο πρωινός στεναγμός απ’ τα στήθη του μεθυσμένου
είναι καλύτερος απ’ τον θρήνο του Μπου-Σαΐντ και του Άνταμ.
خشت سر خم ز ملکت جم خوشتر
بوی قدح از غذای مریم خوشتر
آه سحری ز سینهٔ خماری
از نالهٔ بوسعید و ادهم خوشتر
Στον κύκλο του στερεώματος, που το βάθος του είναι αόρατο,
είναι μια κούπα που όλους τους ποτίζουν με τη σειρά·
όταν η βάρδια φτάσει στη σειρά σου, μη στενάξεις·
πιες κρασί με χαρούμενη καρδιά, γιατί είναι σειρά, όχι αδικία.
در دایره سپهر ناپیدا غور
جامی‌ست که جمله را چشانند بدور
نوبت چو به دور تو رسد آه مکن
می نوش به خوشدلی که دور است نه جور
Χθες έναν σταμνά είδα στο παζάρι:
πάνω σε μια μάζα πηλού πατούσε ξανά και ξανά·
κι εκείνος ο πηλός με τη γλώσσα της κατάστασής του τού ’λεγε:
ήμουν σαν εσένα — κράτησέ με καλά.
دی کوزه‌گری بدیدم اندر بازار
بر پاره گلی لگد همی زد بسیار
و آن گل بزبان حال با او می‌گفت
من همچو تو بوده‌ام مرا نیکودار
Απ’ εκείνο το κρασί που είναι αιώνια ζωή — πιες·
είναι το κεφάλαιο της απόλαυσης της νιότης — πιες·
καίει σαν φωτιά, μα τη θλίψη
τη γιατρεύει σαν το νερό της ζωής — πιες.
ز آن می که حیات جاودانیست بخور
سرمایه لذت جوانی است بخور
سوزنده چو آتش است لیکن غم را
سازنده چو آب زندگانی است بخور
Αν πίνεις κρασί, με τους σοφούς πίνε,
ή με ένα είδωλο τουλιπόμορφο, γελαστό, πίνε·
μην πίνεις πολύ, μη τ’ αραδιάζεις, μη το διαλαλείς·
πίνε λίγο, και πότε πότε, και κρυφά πίνε.
گر باده خوری تو با خردمندان خور
یا با صنمی لاله رخی خندان خور
بسیار مخور ورد مکن فاش مساز
اندک خور و گه گاه خور و پنهان خور
Η ώρα είναι η αυγή — σήκω, ω παράξενο αγόρι,
γέμισε με ρουμπινένιο κρασί το κρυστάλλινο κύπελλο,
γιατί ετούτη τη μια στιγμή, δανεική σ’ αυτή τη γωνιά της φθοράς,
πολύ θα την αναζητήσεις και δεν θα την ξαναβρείς.
وقت سحر است خیز ای طرفه پسر
پر بادهٔ لعل کن بلورین ساغر
کاین یکدم عاریت در این کنج فنا
بسیار بجویی و نیابی دیگر
Απ’ όλους όσους έφυγαν σ’ αυτόν τον μακρύ δρόμο,
ποιος γύρισε πίσω για να μας πει το μυστικό;
Λοιπόν, σ’ αυτό το σταυροδρόμι της απληστίας και της ανάγκης,
πρόσεχε να μην αφήσεις τίποτε, γιατί δεν γυρίζεις πίσω.
از جملهٔ رفتگان این راه دراز
باز آمده کیست تا به ما گوید راز
پس بر سر این دو راههٔ آز و نیاز
تا هیچ نمانی که نمی‌آیی باز
Ω σοφέ γέρο, νωρίτερα σήκω,
κι εκείνο το παιδί που κοσκινίζει το χώμα κοίτα το ερευνητικά·
δώσ’ του συμβουλή, πες: κοσκίνιζε απαλά απαλά
το μυαλό του Κεϊκομπάντ και το μάτι του Παρβίζ.
ای پیر خردمند پگه‌تر برخیز
و آن کودک خاکبیز را بنگر تیز
پندش ده گو که نرم نرمک می‌بیز
مغز سر کیقباد و چشم پرویز
Η ώρα είναι η αυγή — σήκω, ω πηγή του κάλλους,
απαλά απαλά πιες κρασί και παίξε το τσανγκ,
γιατί εκείνοι που υπάρχουν δεν κρατούν πολύ,
κι εκείνοι που έφυγαν, κανείς δεν ξαναγυρίζει.
وقت سحر است خیز ای مایه ناز
نرمک نرمک باده خور و چنگ نواز
کانها که بجایند نپایند بسی
و آنها که شدند کس نمیاید باز
Ένα πουλί είδα καθισμένο στα τείχη της Τους,
βάζοντας μπροστά του το κρανίο του Κεϊκαβούς·
στο κρανίο έλεγε: αλίμονο, αλίμονο,
πού είναι ο ήχος των κουδουνιών και πού ο θρήνος των τυμπάνων;
مرغی دیدم نشسته بر باره طوس
در پیش نهاده کله کیکاووس
با کله همی گفت که افسوس افسوس
کو بانگ جرسها و کجا ناله کوس
Είναι μια κούπα που ο νους της πλέκει το εγκώμιο,
εκατό φιλιά από αγάπη στο μέτωπό της δίνει·
τούτος ο σταμνάς του καιρού τέτοια χαριτωμένη κούπα
πλάθει — και πάλι στη γη τη ρίχνει.
جامی است که عقل آفرین میزندش
صد بوسه ز مهر بر جبین میزندش
این کوزه‌گر دهر چنین جام لطیف
می‌سازد و باز بر زمین میزندش
Χαγιάμ, αν απ’ το κρασί είσαι μεθυσμένος, να ’σαι χαρούμενος·
με μια φεγγαρόμορφη αν κάθεσαι, να ’σαι χαρούμενος·
αφού το τέλος της υπόθεσης του κόσμου είναι η ανυπαρξία,
φαντάσου πως δεν υπάρχεις· κι όσο υπάρχεις, να ’σαι χαρούμενος.
خیام اگر ز باده مستی خوش باش
با ماهرخی اگر نشستی خوش باش
چون عاقبت کار جهان نیستی است
انگار که نیستی چو هستی خوش باش
Στο εργαστήρι του σταμνά μπήκα τη νύχτα,
είδα δυο χιλιάδες στάμνες — μιλητές και βουβές·
άξαφνα μια στάμνα έβγαλε κραυγή:
πού είναι ο σταμνάς κι ο αγοραστής της στάμνας κι ο πωλητής της στάμνας;
در کارگه کوزه‌گری رفتم دوش
دیدم دو هزار کوزه گویا و خموش
ناگاه یکی کوزه برآورد خروش
کو کوزه‌گر و کوزه‌خر و کوزه فروش
Ο καιρός ντρέπεται εκείνον
που στη θλίψη για τις μέρες κάθεται με βαριά καρδιά·
πιες κρασί μες στη γυάλα με τον θρήνο του τσανγκ,
προτού η γυάλα πέσει στην πέτρα.
ایام زمانه از کسی دارد ننگ
کو در غم ایام نشیند دلتنگ
می خور تو در آبگینه با ناله چنگ
زان پیش که آبگینه آید بر سنگ
Απ’ το σώμα του μαύρου πηλού ως το ύψος του Κρόνου
έλυσα όλες τις γενικές δυσκολίες·
με τεχνάσματα έλυσα τα δεσμά κάθε δυσκολίας·
κάθε δεσμό τον έλυσα, εκτός απ’ τον δεσμό του θανάτου.
از جرم گل سیاه تا اوج زحل
کردم همه مشکلات کلی را حل
بگشادم بندهای مشکل به حیل
هر بند گشاده شد به جز بند اجل
Με ένα κυπαρισσένιο ανάστημα, φρεσκότερο από θημωνιά ρόδων,
μην αφήνεις απ’ το χέρι την κούπα του κρασιού και το κράσπεδο του ρόδου,
προτού άξαφνα απ’ τον άνεμο του θανάτου γίνει
το πουκάμισο της ζωής μας σαν το πουκάμισο του ρόδου.
با سرو قدی تازه‌تر از خرمن گل
از دست منه جام می و دامن گل
زان پیش که ناگه شود از باد اجل
پیراهن عمر ما چو پیراهن گل
Ω φίλε, έλα, τη θλίψη για το αύριο ας μην τρώμε,
κι ετούτη τη μια στιγμή της ζωής ας τη λογαριάσουμε κέρδος·
αύριο, όταν απ’ αυτό το φθαρτό χάνι περάσουμε,
θα ’μαστε ίσοι με τους εφτακισχιλιόχρονους.
ای دوست بیا تا غمِ فردا نخوریم
وین یک دمِ عمر را غنیمت شمریم
فردا که ازین دیرِ فنا درگذریم
با هفت‌هزارسالگان سربه‌سریم
Ετούτος ο τροχός τ’ ουρανού, όπου εμείς είμαστε σαστισμένοι,
για φανάρι-φαντασία τον θεωρούμε παράδειγμα·
ο ήλιος είναι λυχνάρι κι ο κόσμος φανάρι,
εμείς είμαστε σαν εικόνες που μέσα του σαστίζουμε.
این چرخ فلک که ما در او حیرانیم
فانوس خیال از او مثالی دانیم
خورشید چراغ دان و عالم فانوس
ما چون صوریم کاندر او حیرانیم
Σήκω απ’ τον ύπνο — να πιούμε κρασί,
προτού απ’ τον καιρό δεχτούμε χτύπημα·
γιατί τούτος ο τροχός με το σκληρό πρόσωπο, άξαφνα μια μέρα,
δεν θα δώσει τόσο χρόνο ώστε να πιούμε λίγο νερό.
برخیز ز خواب تا شرابی بخوریم
زان پیش که از زمانه تابی بخوریم
کاین چرخ ستیزه روی ناگه روزی
چندان ندهد زمان که آبی بخوریم
Θα σηκωθώ και θ’ αποφασίσω για ατόφιο κρασί,
το χρώμα του προσώπου μου στο χρώμα του χουρμά θα το αλλάξω·
σ’ αυτόν τον νου τον περιττολόγο μια φούχτα κρασί
στο πρόσωπο θα ρίξω, ώστε να τον κοιμίσω.
برخیزم و عزم باده ناب کنم
رنگ رخ خود به رنگ عناب کنم
این عقل فضول پیشه را مشتی می
بر روی زنم چنانکه در خواب کنم
Στο στρώμα του χώματος τους κοιμισμένους βλέπω,
κάτω απ’ τη γη τους κρυμμένους βλέπω·
όσο κοιτάζω την έρημο της ανυπαρξίας,
και τους μη γεννημένους και τους φευγάτους βλέπω.
بر مفرش خاک خفتگان می‌بینم
در زیرزمین نهفتگان می‌بینم
چندانکه به صحرای عدم مینگرم
ناآمدگان و رفتگان می‌بینم
Ως πότε αιχμάλωτοι του νου κάθε μέρα θα γινόμαστε;
Στον κόσμο, τι εκατόχρονοι τι μονοήμεροι, θα γινόμαστε·
δώσε στην κούπα κρασί, προτού εμείς
στο εργαστήρι των σταμνάδων στάμνα γίνουμε.
تا چند اسیر عقل هر روزه شویم
در دهر چه صد ساله چه یکروزه شویم
در ده تو بکاسه می از آن پیش که ما
در کارگه کوزه‌گران کوزه شویم
Αφού ο τόπος μας σ’ αυτόν τον κόσμο δεν είναι μόνιμος,
τότε δίχως κρασί κι αγαπημένη είναι μεγάλο σφάλμα·
ως πότε για το αρχέγονο και το νεόπλαστο η ελπίδα μου κι ο φόβος;
Σαν εγώ φύγω, ο κόσμος τι νεόπλαστος τι αρχέγονος.
چون نیست مقام ما در این دهر مقیم
پس بی می و معشوق خطائیست عظیم
تا کی ز قدیم و محدث امیدم و بیم
چون من رفتم جهان چه محدث چه قدیم
Τον ήλιο με πηλό να κρύψω δεν μπορώ,
και τα μυστικά του καιρού να πω δεν μπορώ·
απ’ τη θάλασσα του στοχασμού μου ανέβασε ο νους
ένα μαργαριτάρι που απ’ τον φόβο να το τρυπήσω δεν μπορώ.
خورشید به گل نهفت می‌نتوانم
و اسرار زمانه گفت می‌نتوانم
از بحر تفکرم برآورد خرد
دری که ز بیم سفت می‌نتوانم
Ο εχθρός λαθεμένα είπε πως είμαι φιλόσοφος·
ο Θεός ξέρει πως αυτό που είπε δεν είμαι·
μα αφού σ’ αυτή τη θλίψη έχω φτιάξει φωλιά,
τουλάχιστον ας ήξερα, στο τέλος, ποιος είμαι.
دشمن به غلط گفت که من فلسفیم
ایزد داند که آنچه او گفت نیم
لیکن چو در این غم آشیان آمده‌ام
آخر کم از آنکه من بدانم که کیم
Εμείς είμαστε κι η ρίζα της χαράς κι το μεταλλείο της θλίψης,
είμαστε κι το κεφάλαιο της δικαιοσύνης κι η φύση της αδικίας·
είμαστε ταπεινοί κι υψηλοί, κι τελειότητα κι έλλειψη,
ο σκουριασμένος καθρέφτης κι η κούπα του Τζαμσίντ.
مائیم که اصل شادی و کان غمیم
سرمایهٔ دادیم و نهاد ستمیم
پستیم و بلندیم و کمالیم و کمیم
آئینهٔ زنگ خورده و جام جمیم
Εγώ κρασί όχι επειδή είμαι φτωχός δεν πίνω,
ή απ’ τη θλίψη της ντροπής και της μέθης δεν πίνω·
εγώ κρασί για τη χαρά της καρδιάς το έπινα·
τώρα που εσύ στην καρδιά μου κάθισες, δεν πίνω.
من می نه ز بهر تنگدستی نخورم
یا از غم رسوایی و مستی نخورم
من می ز برای خوشدلی میخوردم
اکنون که تو بر دلم نشستی نخورم
Εγώ χωρίς ατόφιο κρασί να ζήσω δεν μπορώ,
χωρίς κρασί το φορτίο του κορμιού να σηκώσω δεν μπορώ·
εγώ είμαι σκλάβος εκείνης της στιγμής που ο σάκης λέει:
πάρε μιαν άλλη κούπα — κι εγώ δεν μπορώ.
من بی می ناب زیستن نتوانم
بی باده کشید بارتن نتوانم
من بنده آن دمم که ساقی گوید
یک جام دگر بگیر و من نتوانم
Κάθε τόσο κάποιος ξεπροβάλλει: εγώ είμαι!
Με πλούτη και μ’ ασήμι και χρυσάφι έρχεται: εγώ είμαι!
Μόλις η δουλίτσα του πάρει τάξη μια μέρα,
άξαφνα απ’ το καρτέρι ξεπροβάλλει ο θάνατος: εγώ είμαι!
هر یک چندی یکی برآید که منم
با نعمت و با سیم و زر آید که منم
چون کارک او نظام گیرد روزی
ناگه اجل از کمین برآید که منم
Έναν καιρό στην παιδική ηλικία στον δάσκαλο πήγαμε,
έναν καιρό με τη μαστοριά μας οι ίδιοι χαρήκαμε·
άκουσε το τέλος του λόγου, τι μας έλαχε:
απ’ το χώμα ήρθαμε και στον άνεμο πήγαμε.
یک چند به کودکی باستاد شدیم
یک چند به استادی خود شاد شدیم
پایان سخن شنو که ما را چه رسید
از خاک در آمدیم و بر باد شدیم
Ούτε μια μέρα απ’ τα δεσμά του κόσμου ελεύθερος δεν είμαι,
ούτε μιαν ανάσα απ’ την ίδια μου την ύπαρξη χαρούμενος δεν είμαι·
μαθητεία στον καιρό έκανα πολλή,
στη δουλειά του κόσμου ακόμη δεν είμαι δάσκαλος.
یک روز ز بند عالم آزاد نیم
یک دمزدن از وجود خود شاد نیم
شاگردی روزگار کردم بسیار
در کار جهان هنوز استاد نیم
Για το χθες που πέρασε καθόλου γι’ αυτό μη θυμάσαι,
για το αύριο που δεν ήρθε μην κραυγάζεις·
πάνω στο μη ερχομένο και το περασμένο μη χτίζεις θεμέλιο,
τώρα να ’σαι χαρούμενος και τον βίο στον άνεμο μη ρίχνεις.
از دی که گذشت هیچ ازو یاد مکن
فردا که نیامده ست فریاد مکن
برنامده و گذشته بنیاد مکن
حالی خوش باش و عمر بر باد مکن
Ω μάτι, αν δεν είσαι τυφλό, τον τάφο κοίτα,
κι αυτόν τον κόσμο τον γεμάτο ταραχή και θόρυβο κοίτα·
βασιλιάδες κι άρχοντες κι ηγεμόνες είναι κάτω απ’ τον πηλό·
πρόσωπα σαν το φεγγάρι στο στόμα του μυρμηγκιού κοίτα.
ای دیده اگر کور نئی گور ببین
وین عالم پر فتنه و پر شور ببین
شاهان و سران و سروران زیر گلند
روهای چو مه در دهن مور ببین
Σήκω και τη θλίψη γι’ αυτόν τον φθαρτό κόσμο μην τρως,
κάθισε και μια στιγμή στη χαρά πέρνα·
αν στη φύση του κόσμου υπήρχε πίστη,
η σειρά σ’ εσένα δεν θα ’φτανε απ’ τους άλλους.
برخیز و مخور غم جهان گذران
بنشین و دمی به شادمانی گذران
در طبع جهان اگر وفایی بودی
نوبت بتو خود نیامدی از دگران
Αφού η συγκομιδή του ανθρώπου σ’ αυτόν τον αλμυρότοπο
δεν είναι παρά να τρώει πίκρα ώσπου να ξεριζώσει την ψυχή,
χαρούμενη η καρδιά εκείνου που απ’ αυτόν τον κόσμο γρήγορα έφυγε,
κι ήσυχος εκείνος που καθόλου στον κόσμο δεν ήρθε.
چون حاصل آدمی در این شورستان
جز خوردن غصه نیست تا کندن جان
خرم دل آنکه زین جهان زود برفت
و آسوده کسی که خود نیامد به جهان
Φεύγω, γιατί σ’ αυτό το κατάλυμα να ’σαι θύμα της αδικίας —
στο χέρι δεν θα μείνει τίποτε εκτός απ’ τον άνεμο·
εκείνος ας χαίρεται τον θάνατό μου
που μπορεί απ’ το χέρι του θανάτου ελεύθερος να γίνει.
رفتم که در این منزل بیداد بدن
در دست نخواهد به جز از باد بدن
آن را باید به مرگ من شاد بدن
کز دست اجل تواند آزاد بدن
Έναν μπεκρή είδα καθισμένο πάνω στο άτι της γης:
ούτε απιστία ούτε ισλάμ ούτε κόσμος ούτε θρησκεία,
ούτε αλήθεια ούτε πραγματικότητα ούτε ιερός νόμος ούτε βεβαιότητα·
στους δυο κόσμους ποιανού η καρδιά τολμάει τούτο;
رندی دیدم نشسته بر خنگ زمین
نه کفر و نه اسلام و نه دنیا و نه دین
نه حق نه حقیقت نه شریعت نه یقین
اندر دو جهان کرا بود زهره این
Ν’ αρκείσαι σε ένα κόκαλο σαν τον γύπα
είναι καλύτερο απ’ το να ’σαι παράσιτο στο τραπέζι ενός τιποτένιου·
με το κριθαρένιο σου ψωμί, μα την αλήθεια, είναι καλύτερα
παρά μολυσμένος και στραγγισμένος για κάθε αχρείο.
قانع به یک استخوان چو کرکس بودن
به ز آن که طفیل خوان ناکس بودن
با نان جوین خویش حقا که به است
کالوده و پالوده هر خس بودن
Ένα πλήθος στοχάζεται στον δρόμο της θρησκείας,
ένα πλήθος στην υποψία έπεσε, στον δρόμο της βεβαιότητας·
φοβάμαι μη μια μέρα ακουστεί φωνή:
ω αδαείς, ο δρόμος δεν είναι ούτε εκείνος ούτε τούτος.
قومی متفکرند اندر ره دین
قومی به گمان فتاده در راه یقین
میترسم از آن که بانگ آید روزی
کای بیخبران راه نه آنست و نه این
Είναι μια αγελάδα στον ουρανό, και τ’ όνομά της είναι Παρβίν,
μιαν άλλη αγελάδα κρυμμένη κάτω απ’ τη γη·
άνοιξε το μάτι του νου σου με τη ματιά της βεβαιότητας:
κάτω κι απάνω απ’ τις δυο αγελάδες μια φούχτα γαϊδούρια δες.
گاویست در آسمان و نامش پروین
یک گاو دگر نهفته در زیر زمین
چشم خردت باز کن از روی یقین
زیر و زبر دو گاو مشتی خر بین
Αν πάνω στον ουρανό είχα χέρι σαν τον Θεό,
θα σήκωνα τούτον τον ουρανό απ’ τη μέση·
από νέο θα ’φτιαχνα άλλον ουρανό, τέτοιον
που ο ελεύθερος στον πόθο της καρδιάς εύκολα να φτάνει.
گر بر فلکم دست بدی چون یزدان
برداشتمی من این فلک را ز میان
از نو فلکی دگر چنان ساختمی
کازاده بکام دل رسیدی آسان
Μην ακούς λόγο απ’ εκείνους που ήρθαν με τον καιρό,
ζήτα κρασί στραγγισμένο απ’ εκείνους που ήρθαν στολισμένοι·
έφυγαν ένας ένας εκείνοι που ήρθαν μπροστά,
και κανείς δεν δίνει σημάδι απ’ αυτούς που θα ξαναγυρίσουν.
مشنو سخن از زمانه ساز آمدگان
می خواه مروق به طراز آمدگان
رفتند یکان یکان فراز آمدگان
کس می ندهد نشان ز بازآمدگان
Το να πίνεις κρασί και γύρω απ’ τους ωραίους να γυρνάς
είναι καλύτερο απ’ την υποκρισία της ασκητικής ν’ ασκείς·
αν ο εραστής κι ο μεθυσμένος θα ’ναι στην κόλαση,
τότε το πρόσωπο του παραδείσου κανείς δεν θα δει.
می خوردن و گرد نیکوان گردیدن
به زانکه بزرق زاهدی ورزیدن
گر عاشق و مست دوزخی خواهد بود
پس روی بهشت کس نخواهد دیدن
Δεν αξίζει τη χαρούμενη καρδιά με θλίψη να φθείρεις,
ή τον όμορφο σου καιρό στην πέτρα του μόχθου να τρίβεις·
κανείς το άδηλο δεν ξέρει, τι είναι να γίνει·
χρειάζεται κρασί κι αγαπημένη κι ανάπαυση κατά την επιθυμία.
نتوان دل شاد را به غم فرسودن
وقت خوش خود بسنگ محنت سودن
کس غیب چه داند که چه خواهد بودن
می باید و معشوق و به کام آسودن
Εκείνο το παλάτι που με τον τροχό μετρούσε πλάτη,
στο κατώφλι εκείνου οι βασιλιάδες έβαζαν το πρόσωπο·
είδαμε πως στις επάλξεις του ένα τρυγόνι
καθισμένο έλεγε: κου-κου-κου-κου.
آن قصر که با چرخ همیزد پهلو
بر درگه آن شهان نهادندی رو
دیدیم که بر کنگره‌اش فاخته‌ای
بنشسته همی گفت که کوکوکوکو
Απ’ τον ερχομό και τον φευγιό μας πού είναι το όφελος;
Κι απ’ το νήμα της ελπίδας του βίου μας πού είναι το υφάδι;
Τόσα πανέμορφα κεφάλια και πόδια του κόσμου
καίγονται και γίνονται χώμα — πού είναι ο καπνός;
از آمدن و رفتن ما سودی کو
وز تار امید عمر ما پودی کو
چندین سروپای نازنینان جهان
می‌سوزد و خاک می‌شود دودی کو
Σαν απ’ το κορμί φύγει η αγνή ψυχή η δική μου κι η δική σου,
δυο πλίθρες θα βάλουν πάνω στον λάκκο τον δικό μου και τον δικό σου·
κι έπειτα για πλίθρα του τάφου των άλλων
σε καλούπι θα πατήσουν το χώμα το δικό μου και το δικό σου.
از تن چو برفت جان پاک من و تو
خشتی دو نهند بر مغاک من و تو
و آنگاه برای خشت گور دگران
در کالبدی کشند خاک من و تو
Πιες κρασί, γιατί ο ουρανός για τον αφανισμό τον δικό μου και τον δικό σου
έχει σκοπό εναντίον της αγνής ψυχής της δικής μου και της δικής σου·
κάθισε στη χλόη και πιες φωτεινό κρασί,
γιατί ετούτη η χλόη πλούσια θα φυτρώσει απ’ το χώμα το δικό μου και το δικό σου.
می‌خور که فلک بهر هلاک من و تو
قصدی دارد بجان پاک من و تو
در سبزه نشین و می روشن میخور
کاین سبزه بسی دمد ز خاک من و تو
Απ’ ό,τι εκτός απ’ το κρασί, καλύτερα να το κρατάς σύντομο·
κι εκείνο το κρασί, απ’ τα χέρια των ομορφιών της σκηνής καλύτερο·
η μέθη κι το καλαντάρικο κι το παραστράτημα — καλύτερα·
μια γουλιά κρασί, απ’ το φεγγάρι ως το ψάρι, καλύτερη.
از هر چه بجز می است کوتاهی به
می هم ز کف بتان خرگاهی به
مستی و قلندری و گمراهی به
یک جرعه می ز ماه تا ماهی به
Κοίτα, απ’ την πνοή της αυγής το κράσπεδο του ρόδου σκίστηκε,
το αηδόνι απ’ την ομορφιά του ρόδου χάρηκε·
στη σκιά του ρόδου κάθισε, γιατί πολλά τούτα τα ρόδα
στο χώμα θα σκορπίσουν κι εμείς θα ’μαστε χώμα.
بنگر ز صبا دامن گل چاک شده
بلبل ز جمال گل طربناک شده
در سایه گل نشین که بسیار این گل
در خاک فرو ریزد و ما خاک شده
Ως πότε τη θλίψη γι’ αυτό που έχω ή δεν έχω θα τρώω;
Κι ετούτη τη ζωή με χαρά θα την περνάω ή όχι;
Γέμισε την κούπα με κρασί, γιατί δεν μου είναι γνωστό
αν τούτη την ανάσα που παίρνω μέσα, θα τη βγάλω ή όχι.
تا کی غم آن خورم که دارم یا نه
وین عمر به خوشدلی گذارم یا نه
پرکن قدح باده که معلومم نیست
کاین دم که فرو برم برآرم یا نه
Μια γουλιά παλιό κρασί απ’ ένα νέο βασίλειο καλύτερη,
κι απ’ ό,τι δεν είναι κρασί, τον δρόμο έξω να πάρεις καλύτερα·
στο χέρι, απ’ τον θρόνο του Φερειντούν εκατό φορές καλύτερη
η πλίθρα στο στόμιο του πιθαριού, απ’ το βασίλειο του Κεϊχοσρόου.
یک جرعه می کهن ز ملکی نو به
وز هرچه نه می طریق بیرون شو به
در دست به از تخت فریدون صد بار
خشت سر خم ز ملک کیخسرو به
Εκείνη η μερίδα του κόσμου που τρως ή φοράς,
είσαι δικαιολογημένος αν αγωνίζεσαι να την αποκτήσεις·
τα υπόλοιπα όλα δωρεάν δεν αξίζουν, πρόσεχε,
τον πολύτιμο βίο μη τον πουλήσεις γι’ αυτά.
آن مایه ز دنیا که خوری یا پوشی
معذوری اگر در طلبش میکوشی
باقی همه رایگان نیرزد هشدار
تا عمر گرانبها بدان نفروشی
Απ’ τον ερχομό της άνοιξης κι απ’ τον φευγιό του χειμώνα,
τα φύλλα της ύπαρξής μας τυλίγονται·
πιες κρασί! μην τρως θλίψη, γιατί είπε ο σοφός:
οι θλίψεις του κόσμου είναι σαν δηλητήριο, κι αντίδοτό τους το κρασί.
از آمدن بهار و از رفتن دی
اوراق وجود ما همی گردد طی
می خور! مخور اندوه که فرمود حکیم
غمهای جهان چو زهر و تریاقش می
Από έναν σταμνά μια στάμνα αγόρασα κάποτε·
εκείνη η στάμνα μίλησε για κάθε λογής μυστικά:
βασιλιάς ήμουν, και χρυσή κούπα είχα,
τώρα έγινα η στάμνα του κάθε μεθυσμένου.
از کوزه‌گری کوزه خریدم باری
آن کوزه سخن گفت ز هر اسراری
شاهی بودم که جام زرینم بود
اکنون شده‌ام کوزه هر خماری
Ω εσύ που είσαι το προϊόν των τεσσάρων και των εφτά,
κι απ’ τα εφτά και τα τέσσερα διαρκώς φλέγεσαι,
πιες κρασί, γιατί χίλιες φορές και παραπάνω σου το είπα:
γυρισμός για σένα δεν υπάρχει — σαν έφυγες, έφυγες.
ای آنکه نتیجهٔ چهار و هفتی
وز هفت و چهار دایم اندر تفتی
می خور که هزار بار بیشت گفتم
باز آمدنت نیست چو رفتی رفتی
Ω καρδιά, εσύ στα μυστικά του αινίγματος δεν φτάνεις,
στη λεπτότητα των έξυπνων σοφών δεν φτάνεις·
εδώ με το ρουμπινένιο κρασί έναν παράδεισο φτιάξε,
γιατί εκεί όπου είναι ο παράδεισος, φτάνεις ή δεν φτάνεις — άγνωστο.
ایدل تو به اسرار معما نرسی
در نکته زیرکان دانا نرسی
اینجا به می لعل بهشتی می ساز
کانجا که بهشت است رسی یا نرسی
Ω φίλε, την αλήθεια άκου από μένα έναν λόγο:
με το ρουμπινένιο κρασί να ’σαι και με μιαν ασημόκορμη·
γιατί εκείνος που έφτιαξε τον κόσμο είναι ξέγνοιαστος
για το μουστάκι κάποιου σαν εσένα και τα γένια κάποιου σαν εμένα.
ای دوست حقیقت شنواز من سخنی
با باده لعل باش و با سیم تنی
کانکس که جهان کرد فراغت دارد
از سبلت چون تویی و ریش چو منی
Μακάρι να ’ταν τόπος ανάπαυσης,
ή τούτον τον μακρύ δρόμο να μπορούσες να τον φτάσεις·
μακάρι, ύστερα από εκατό χιλιάδες χρόνια, απ’ την καρδιά του χώματος,
σαν τη χλόη, η ελπίδα να φύτρωνε!
ای کاش که جای آرمیدن بودی
یا این ره دور را رسیدن بودی
کاش از پی صد هزار سال از دل خاک
چون سبزه امید بر دمیدن بودی
Στην πέτρα χτύπησα χθες τη στάμνα του Κασάν·
μεθυσμένος ήμουν όταν έκανα τούτη την ξεφάντωση·
με τη γλώσσα της κατάστασής της μου ’λεγε η στάμνα:
ήμουν σαν εσένα — κι εσύ επίσης θα ’σαι σαν εμένα.
بر سنگ زدم دوش سبوی کاشی
سرمست بدم که کردم این عیاشی
با من به زبان حال می‌گفت سبو
من چون تو بدم تو نیز چون من باشی
Στο κλαδί της ελπίδας αν καρπό έβρισκα,
και στο νήμα μου μιαν άκρη έβρισκα·
ως πότε απ’ τη στενωσιά της φυλακής της ύπαρξης;
Μακάρι προς την ανυπαρξία μια πόρτα να έβρισκα.
بر شاخ امید اگر بری یافتمی
هم رشته خویش را سری یافتمی
تا چند ز تنگنای زندان وجود
ای کاش سوی عدم دری یافتمی
Πάρε την κούπα και τη στάμνα, ω αγαπημένη,
κάθισε ξέγνοιαστη στο χωράφι και στο χείλος του ρυακιού·
πολλά πολύτιμα πλάσματα ο κακότροπος τροχός
εκατό φορές τα ’κανε κούπα κι εκατό φορές στάμνα.
بر گیر پیاله و سبو ای دلجوی
فارغ بنشین بکشتزار و لب جوی
بس شخص عزیز را که چرخ بدخوی
صد بار پیاله کرد و صد بار سبوی
Έναν γέρο είδα στο σπίτι του μεθυσμένου·
είπα: δεν δίνεις καμιάν είδηση απ’ αυτούς που έφυγαν;
Είπε: πιες κρασί, γιατί σαν κι εμάς πολλοί
έφυγαν, κι είδηση πίσω δεν ήρθε καμιά.
پیری دیدم به خانهٔ خماری
گفتم نکنی ز رفتگان اخباری
گفتا می خور که همچو ما بسیاری
رفتند و خبر باز نیامد باری
Ως πότε ο λόγος για τα πέντε και τα τέσσερα, ω σάκη;
Δυσκολία, τι μία τι εκατό χιλιάδες, ω σάκη·
χώμα είμαστε όλοι — φτιάξε το τσανγκ, ω σάκη·
άνεμος είμαστε όλοι — φέρε το κρασί, ω σάκη.
تا چند حدیث پنج و چار ای ساقی
مشکل چه یکی چه صد هزار ای ساقی
خاکیم همه چنگ بساز ای ساقی
بادیم همه باده بیار ای ساقی
Όσο κι αν κοιτάζω κατά κάθε μεριά,
στον κήπο κυλάει απ’ τον Κάουσαρ ένα ρυάκι·
ο κάμπος είναι σαν παράδεισος — για τον Κάουσαρ μίλα λιγότερο,
κάθισε στον παράδεισο με μια παραδεισένια όψη.
چندان که نگاه می‌کنم هر سویی
در باغ روان است ز کوثر جویی
صحرا چو بهشت است ز کوثر کم گوی
بنشین به بهشت با بهشتی رویی
Να ’σαι χαρούμενος, γιατί έψησαν τη μοίρα σου από χθες,
λυτρώθηκαν απ’ τον πόθο για σένα από χθες·
τι να πω, στην απαίτησή σου, από χθες,
όρισαν τον λογαριασμό της αυριανής σου υπόθεσης από χθες.
خوش باش که پخته‌اند سودای تو دی
فارغ شده‌اند از تمنای تو دی
قصه چه کنم که به تقاضای تو دی
دادند قرار کار فردای تو دی
Στο εργαστήρι των σταμνάδων πήγα βουλή:
στη βάση του τροχού είδα τον δάσκαλο ορθό·
έφτιαχνε τολμηρά χερούλι και στόμιο στη στάμνα
απ’ το κεφάλι βασιλιά κι απ’ το χέρι ζητιάνου.
در کارگه کوزه‌گری کردم رای
در پایه چرخ دیدم استاد بپای
میکرد دلیر کوزه را دسته و سر
از کله پادشاه و از دست گدای
Στ’ αυτί της καρδιάς μου είπε ο ουρανός κρυφά:
την ετυμηγορία που είναι απ’ τη μοίρα, από μένα την ξέρεις·
αν στο γύρισμά μου εγώ είχα χέρι,
θα λύτρωνα τον εαυτό μου απ’ τη ζάλη.
در گوش دلم گفت فلک پنهانی
حکمی که قضا بود ز من میدانی
در گردش خویش اگر مرا دست بدی
خود را برهاندمی ز سرگردانی
Απ’ εκείνη τη στάμνα του κρασιού που μέσα της δεν έχει βλάβη,
γέμισε μια κούπα, πιες, δώσε μου κι άλλη μία·
προτού, ω είδωλο, κάπου σε κάποιο πέρασμα,
το χώμα το δικό μου και το δικό σου σταμνάς σε στάμνα το κάνει.
زان کوزهٔ می که نیست در وی ضرری
پر کن قدحی بخور بمن ده دگری
زان پیشتر ای صنم که در رهگذری
خاک من و تو کوزه‌کند کوزه‌گری
Αν ο ερχομός μου ήταν στο θέλημά μου, δεν θα ’ρχόμουν,
κι αν κι ο φευγιός ήταν στο θέλημά μου, πότε θα ’φευγα;
Δεν θα ’ταν καλύτερα, σ’ αυτό το ρημαγμένο χάνι,
ούτε να ’ρχόμουν ούτε να ’φευγα ούτε να υπήρχα;
گر آمدنم بخود بدی نامدمی
ور نیز شدن بمن بدی کی شدمی
به زان نبدی که اندر این دیر خراب
نه آمدمی نه شدمی نه بدمی
Αν έπεφτε από σιταρένιο αλεύρι ένα ψωμί,
κι από κρασί δυο μανιά, κι από ένα πρόβατο ένα μπούτι,
με μια τουλιπόμορφη και μια γωνιά κήπου,
θα ’ταν τέτοια απόλαυση που ούτε κάθε σουλτάνου δεν είναι.
گر دست دهد ز مغز گندم نانی
وز می دو منی ز گوسفندی رانی
با لاله رخی و گوشه بستانی
عیشی بود آن نه حد هر سلطانی
Αν η δουλειά του ουρανού ζυγιαζόταν με δικαιοσύνη,
όλη η κατάσταση του ουρανού θα ’ταν ευχάριστη·
κι αν υπήρχε δικαιοσύνη στα έργα του στερεώματος,
πότε η καρδιά των άξιων ανθρώπων θα πονούσε;
گر کار فلک به عدل سنجیده بدی
احوال فلک جمله پسندیده بدی
ور عدل بدی بکارها در گردون
کی خاطر اهل فضل رنجیده بدی
Έλα, σταμνά, στα πόδια σου, αν είσαι νηφάλιος:
ως πότε θα καταπιέζεις το χώμα των ανθρώπων;
Το δάχτυλο του Φερειντούν και την παλάμη του Κεϊχοσρόου
πάνω στον τροχό έχεις βάλει — τι νομίζεις;
هان کوزه‌گرا بپای اگر هشیاری
تا چند کنی بر گل مردم خواری
انگشت فریدون و کف کیخسرو
بر چرخ نهاده‌ای چه می‌پنداری
Την ώρα του πρωινού κρασιού, ω είδωλο με το ευτυχισμένο βήμα,
συνάρμοσε ένα τραγούδι και φέρε μπροστά το κρασί,
γιατί έριξε στο χώμα εκατό χιλιάδες Τζαμ και Κέι
τούτος ο ερχομός του θερινού μήνα κι ο φευγιός του χειμώνα.
هنگام صبوح ای صنم فرخ پی
برساز ترانه‌ای و پیش‌آور می
کافکند بخاک صد هزاران جم و کی
این آمدن تیرمه و رفتن دی

Παράθεση αυτού του αποσπάσματος

Ρουμπαγιάτ

Διάλεξε μορφή και κάνε κλικ στο Αντιγραφή. Ο μόνιμος σύνδεσμος οδηγεί κάθε αναγνώστη ακριβώς σε αυτή την ενότητα.

Στηρίξτε αυτό το έργο

Δωρεάν ανάγνωση εδώ. Αγοράστε το ηλεκτρονικό βιβλίο για να στηρίξετε το έργο.

Ηλεκτρονικό βιβλίο σύντομα

Η ηλεκτρονική έκδοση σε αυτή τη γλώσσα ετοιμάζεται.(Ελληνικά)